Βλέπεις το δρόμο;

Έβαλε το κλειδί στην παλιά κλειδαριά και γύρισε το κλειδί. Έσπρωξε την πόρτα. Άνοιξε τα παραθυρόφυλλα. Οι ηλιαχτίδες εισέβαλαν σπάζοντας την κλεισούρα. Αντίκρισε τα μπουκάλια και τα ποτήρια που δεν μάζεψε τη νύχτα. Έβαλε μουσική και πέταξε στο γραφείο τη δέσμη με τα γράμματα που άφησε ο ταχυδρόμος.  Αλληλογραφία καμία. Λογαριασμοί. Ρεύμα, τηλέφωνα, η τράπεζα. Πρόσκληση  στα εγκαίνια μιας έκθεσης. «Τα εγκαίνια θα τελέσει ο αξιότιμος Υπουργός...» δεν τελείωσε την  πρόταση που διάβαζε και άφησε ένα, «δε γαμιέστε» στο χώρο.

Η μέρα που πέρασε  κύλησε στο ίδιο μοτίβο με τις προηγούμενες. Νέκρα. Πελατεία  μηδέν. Ευτυχώς όλο και κάποιος φίλος περνά.  Φίλοι, φίλων. Κάποιος  γείτονας. Απόγευμα.

Κερνά ζιβανία το χειμώνα. Σταφίδα και αμύγδαλα. Κρασί λευκό όταν ανοίγει ο καιρός. Και όταν καλοκαιριάζει, ούζο. Με αγγουράκι, κασκαβάλι και αντσούγιες  απ’ το δίπλα μπακάλικο. Βασικά, ότι διαθέτει και ότι του φέρουν. Αναπτύσσονται φιλολογικές συζητήσεις. Προβληματισμοί καθημερινοί ή αερολογίες, να περνά η ώρα.  Ανταλλαγή δίσκων και απόψεις περί μουσικής. Την προηγούμενη βδομάδα ήταν κι η έκτακτη «γευσιγνωσία» ουίσκι. Επέστρεψε ο γείτονας  από τη  Σουηδία και έφερε μαζί  του μπουκάλια σκανδιναβικού malt. Ο μεγάλος  πάγκος στην είσοδο του καταστήματος, βολεύει. «Ας πιούμε ένα ποτήρι για το καλώς βρεθήκαμε» Πάντα υπάρχει μία αφορμή. Ένα ζευγάρι Ολλανδών περνούσε απ’ έξω. Κοντοστάθηκαν. Μπήκαν μέσα.  Με ένα νεύμα του χεριού, ευγενικά, τους έδειξε τα  άδεια σκαμπό. «παρακαλώ καθίστε» τους είπε στα ελληνικά. Θυμήθηκε το Μαραθεύτικο που είχε στο μέσα δωμάτιο, στο  ράφι ανάμεσα στη μεταφρασμένη κλασσική λογοτεχνία και τους  Έλληνες ποιητές. Έπλυνε δύο κολονάτα ποτήρια. Τους σέρβιρε κρασί. Έκοψε  λούντζα σε πιατάκι. Τσούγκρισαν. Πιάσαν κουβέντα. Στο φεύγα, αγόρασαν κι ένα βιβλίο.

Το βιβλιοπωλείο το άνοιξε στα μέσα του 1990. Άφησε τη «σίγουρη» δουλειά για  να ακολουθήσει την αγάπη του για τα βιβλία. Το κόλλημά του με τα βιβλιοπωλεία. Όλοι τον προκατάβαλαν αρνητικά. Σχεδόν τον χλεύαζαν για την επιλογή του.  Δειλά-δειλα, έστησε με μεράκι το δικό του βιβλιοπωλείο στην παλιά πόλη. Σε ένα μικρό δρομάκι. Βιβλία  κάθε λογής.  Από μπεστ σέλλερ έως συλλεκτικά. Σε κάθε του ταξίδι επέστρεφε με μικρούς θησαυρούς. Καινούρια και μεταχειρισμένα. Απ’ τις αθηναϊκές στοές και το Λονδίνο, μέχρι τις υπαίθριες αγορές του Παρισιού και το φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης . Κατάφερε με τα χρόνια να δημιουργήσει ένα μικρό ναό.

Τελικά, επιβεβαιωθήκαν όσοι ήταν επιφυλακτικοί  με το εγχείρημά του. Πουλούσε δύο βιβλία την ίδια ημέρα και το θεωρούσε θαύμα. Το βιβλιοπωλείο του έδρευε στην Κύπρο, όπου η πλειοψηφία των  πολιτών δείχνει μηδενικό ενδιαφέρον για το βιβλίο.

Την  ιδέα την έλαβε  ένα βράδυ. Επέστρεψε  σπίτι μετά από ένα όμορφο απόγευμα. Περιέγραφε στη γυναίκα του τη συζήτηση που είχαν στο βιβλιοπωλείο με τον γείτονα γιατρό. Και πώς η παρέα μεγάλωσε όταν μπήκε μέσα ένα ζευγάρι νεαρών. Περιπλανήθηκαν στις βιβλιοθήκες. Κάθισαν μαζί τους. Τους κέρασε μπύρα. Έπειτα, μπήκαν δυο κορίτσια. Κοιτούσαν, ρωτούσαν, διάβαζαν  οπισθόφυλλα. Τους πρότειναν  να κοπιάσουν.  Προστέθηκαν στην ομήγυρη. Τις ρώτησε τι ήθελαν να πιούν, ζήτησαν ρούμι. Δεν είχε. Ένιωσε άσχημα.

Η γυναίκα του τον άκουγε και παράλληλα έκοβε κρεμμύδια σε καρέ. Άφησε το μαχαίρι. Γύρισε προς το μέρος του: «Αγάπη μου, το βιβλιοπωλείο, σου δείχνει το δρόμο. Άνοιξε μπαρ».

Πηγή φωτογραφίας: www.bitterbooze.com


ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ