Με το tag «twenty three»

Σε μια πόλη όπου το παζλ της τέχνης του δρόμου συμπληρώνουν ως επί το πλείστον ανορθόγραφα κομματικά σλόγκαν και κακογραμμένα οπαδικά συνθήματα, οι μεμονωμένες εικαστικές παρεμβάσεις που γίνονται δεν θα μπορούσαν παρά να σε εκπλήξουν ευχάριστα.

Όταν πρωτοείδα την δουλειά του street artist «twenty three» η οποία έκανε την εμφάνισή σε τοίχους της Πράσινης Γραμμής, ένιωσα αυτό ακριβώς: Μια ευχάριστη έκπληξη. Και πως η ανοησία που διακατέχει τον καθένα που αποφασίζει να χρησιμοποιήσει το spray του άνευ λόγου και αιτίας, δεν μπορεί να επισκιάζει τα μικρά urban διαμαντάκια, που έχουν κάτι να δηλώσουν, στους τοίχους της πόλης.

 

Πώς θα εξηγούσες σε κάποιον, που δεν γνωρίζει, τι είναι η τέχνη του δρόμου;

Θα έλεγα πως πρόκειται για μια εφήμερη μορφή τέχνης, που είναι παράλληλα ανοικτή σε αναγνώσεις και σε καταστροφές.

Τι έχεις σπουδάσει και πως επηρέασε αυτό που κάνεις;

Ο κλάδος μου αφορά στις γραφικές τέχνες, συγκεκριμένα έχω ολοκληρώσει τις σπουδές μου το καλοκαίρι που μας πέρασε κι ο συγκεκριμένος τομέας μ’ έχει βοηθήσει να αναπτύξω τις τεχνικές που χρησιμοποιώ. Αποφοίτησα με πολύ καλούς βαθμούς απ’ το πανεπιστήμιο γιατί ακριβώς εκεί ασχολήθηκα ακαδημαϊκά με κάτι που με ενδιέφερε. Στο λύκειο κατατασσόμουν στους αδύναμους μαθητές, δεν έβρισκα καθόλου δημιουργικό το περιβάλλον. Γενικότερα πιστεύω πως στα σχολεία δεν υπάρχει χώρος για δημιουργικούς μαθητές.

Δηλαδή;

Για παράδειγμα, όταν στα 14 μου χρόνια δημιούργησα το πρώτο μου graffiti σε δημόσιο χώρο -αυτόν του σχολείου- σβήστηκε την ίδια κιόλας μέρα. Στην συγκεκριμένη περίπτωση μάλιστα είχε σβηστεί απ’ τον νονό μου, που εργαζόταν τότε στην σχολική εφορία!

 



Σε ποιο θέμα επικεντρώθηκες στις σπουδές σου;

Η πτυχιακή μου αφορούσε στη «Γλώσσα του Τραύματος». Επέλεξα ν’ ασχοληθώ με το συγκεκριμένο θέμα γιατί προκαλούσε απορίες σ’ εμένα τον ίδιο. Ερωτηματικά που αφορούσαν την παρουσίαση της πρόσφατης ιστορίας μας, του 1974, και πως το μήνυμα περνούσε απ’ το σχολείο, τον στρατό και την εκκλησία στον κόσμο. Μεγάλωσα μέσα στην κοινωνία αυτή, την μεταπολεμική, και αρχικά υιοθέτησα κι εγώ την κυρίαρχη αφήγηση των γεγονότων της εισβολής. Όπως τα άκουγα δηλαδή. Μέσα απ’ τη διαδικασία παραγωγής της πτυχιακής μου έρευνας, έχω την εντύπωση πως κατάφερα να έρθω αντιμέτωπος με το θέμα από μια άλλη, διαφορετική οπτική γωνία. Αυτήν που δεν σου υποδεικνύεται μέσα απ’ το σχολείο και την κοινωνία.


Δημιούργησα το πρώτο μου γκράφιτι όταν ήμουν 14 χρονών, στον τοίχο του σχολείου. Το έσβησε ο νονός μου που εργαζόταν στην σχολική εφορία!


Υπάρχουν άγραφοι κανόνες στο graffiti;

Καταρχήν είναι σημαντικό κάποιος που κρατάει στα χέρια του ένα spray να γνωρίζει πως έχει κάποιες ευθύνες. Ένα παράδειγμα που μπορώ να δώσω είναι πως, σε προσωπικό επίπεδο, δεν θα έβαφα ποτέ ένα αρχαίο μνημείο ή ένα γλυπτό.

 



Έχεις λάβει μέρος στην πρόσφατη μπιενάλε αρχιτεκτονικής στη Βενετία. Πως προέκυψε αυτή η συνεργασία και τι σου άφησε;

Η φετινή συμμετοχή της Κύπρου, «Anatomy of the Wallpaper», παρουσίασε την ιστορία της κυπριακής αρχιτεκτονικής του τελευταίου αιώνα. Το πρότζεκτ «Narratives of a city» βρισκόταν σε εξέλιξη παράλληλα με την περίοδο που εγώ δούλευα πάνω στην πτυχιακή μου, γι’ αυτό και η δουλειά μου είχε συμπεριληφθεί στο συγκεκριμένο, μαζί με άλλων δύο street artists. Ήταν μια καταπληκτική εμπειρία και πιστεύω πως έγινε μια πολύ καλή δουλειά, πράγμα που μαρτυρούν και οι καλές κριτικές που εισέπραξε.

Η street art ως υποκουλτούρα υποδιαιρείται σε περαιτέρω ‘σχολές’;

Θα έλεγα πως ναι. Η τέχνη του δρόμου επεκτείνεται ολοένα και περισσότερο. Μπαίνει σε μεγάλα μουσεία, σε γκαλερί, ενσωματώνεται στους επίσημους θεσμούς και στο κυρίαρχο οικονομικό σύστημα της τέχνης. Παρόλα αυτά, την ίδια στιγμή, παρατηρούμε κινήματα εντός της τέχνης αυτής που εξακολουθούν να ασκούν κριτική στο σύστημα και που παραμένουν συνειδητά στο περιθώριο.

Τι σκοπεύεις να κάνεις τώρα που έχεις ολοκληρώσει τις σπουδές σου;

Καταρχήν να φύγω απ’ τη χώρα.


Η κυπριακή κοινωνία είναι κλειστή, ομοφοβική και  ξενοφοβική, με κύρια χαρακτηριστικά την έλλειψη αντίδρασης, την υπερκατανάλωση, την επίδειξη και τον φανατισμό.


Και τι ωθεί ένα νέο απλά να εγκαταλείψει τη χώρα; Ποιο είναι το πλάνο σου;

Να αναζητήσω στο εξωτερικό νέα ερεθίσματα και εμπειρίες. Νομίζω πως αυτό θα το έκανα ακόμα και αν δεν ασχολούμουν με την τέχνη του δρόμου. Θεωρώ ότι εγκαταλείπω μια κοινωνία κλειστή, ομοφοβική και  ξενοφοβικη, με κύρια χαρακτηριστικά την έλλειψη αντίδρασης, την υπερκατανάλωση, την επίδειξη και τον φανατισμό. Σ’ όλα αυτά δεν συμπεριλαμβάνονται βεβαίως οι εξαιρέσεις των ανθρώπων αυτών που είναι δημιουργικοί σε διάφορους τομείς και επίπεδα.

 

Δείτε περισσότερα σε αυτό το λινκ.


ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ