Το φως (της τέχνης) του Αλκίνοου

Κάθε χρόνο είναι ίδιος, αλλά κάθε χρόνο είναι διαφορετικός. Κάθε χρόνο ξέρεις τι θα ακούσεις, αλλά κάθε χρόνο υπάρχει το στοιχείο του ξαφνιάσματος, του αιφνιδιασμού και της έκπληξης. Κάθε χρόνο αναρωτιέμαι αν όντως «χρειάζεται» να πάω στη συναυλία, αλλά κάθε χρόνο έχω την ίδια απροσδιόριστη αγωνία και περιμένω πως και πως τη μέρα του live, λες και πρώτη φορά στη ζωή μου θα τον ακούσω.

 


Είναι μαγικό αυτό που συμβαίνει με τον Αλκίνοο.

Έχω την αίσθηση πως είναι ο μοναδικός καλλιτέχνης για τον οποίο θα στεναχωρηθώ αν χάσω παράστασή του. Ενώ πάνω-κάτω ξέρεις τι θα ακούσεις, ποτέ δεν ακούς το ίδιο πράγμα. Οι σταθερές συνιστάμενες στην περίπτωσή του είναι σίγουρα τα σπουδαία τραγούδια, η αισθητική, η ποιότητα των ανθρώπων γύρω του και της τέχνης του/τους. Υπάρχουν όμως και τα στοιχεία που αλλάζουν, όπως η σύσταση της μπάντας, οι ενορχηστρώσεις, ακόμα και η ίδια η προσέγγισή του πάνω στο έργο του.

Αν είσαι άνθρωπος ενσυνείδητος που ξέρεις να εκτιμάς αυτό που σου συμβαίνει, τον κόσμο που σε στηρίζει, τότε επίσης ξέρεις καλά πως το κριτήριό τους είναι αλάθητο και πως θα ‘ταν τουλάχιστον ατυχές και άδικο αν κάθε φορά τους πρόσφερες πανομοιότυπο αποτέλεσμα. Εξ ου και ο Αλκίνοος το «βασανίζει», το εξελίσσει, του αλλάζει εντελώς τα φώτα, κυριολεκτικά και μεταφορικά.

«Στην Κύπρο υπάρχει πολλή μετριότητα» μού είχε πει πρόσφατα ο Κύπριος μουσικός Μάριος Τακούσιης. «Ο κόσμος κάποτε ενθουσιάζεται με τη μετριότητα, για πράγματα που στο εξωτερικό μπορεί να μην σταθούν τόσο πολύ». Αν λοιπόν αυτό είναι ο κανόνας, ο Αλκίνοος είναι σίγουρα η εξαίρεση που τον επιβεβαιώνει, αφού το αποτέλεσμα είναι αψεγάδιαστο και η προσέγγιση -μουσική, ηχητική και εικαστική- άρτια.

Κι ενώ λοιπόν ξέρεις πώς θα ακούσεις το «Αυτός ο κόσμος που αλλάζει», το «Ζηλεύει η νύχτα» και την «Τριανταφυλλένη», εντούτοις από χρόνο σε χρόνο και από συναυλία σε συναυλία, το αποτέλεσμα διαφέρει πολύ. Αλλιώς, γιατί να έρθει ο άλλος να σε ακούσει και να σε δει ξανά;

Καταρχάς, φέτος ήρθε με ένα σύνολο εγχόρδων, αποτελούμενο από τον Φώτη Σιώτα -έναν από τους καλύτερους μουσικούς στην Ελλάδα- στο βιολί και τη βιόλα, τον Δημήτρη Τσεκούρα με το κοντραμπάσο και τις κόντρα σπουδές, τον -δεν χρειάζονται συστάσεις- Γιώργο Καλούδη σε τσέλο και λύρα, αλλά και τον γίγαντα του μπουζουκιού Μανόλη Πάππο (ο οποίος ενίοτε έπαιζε και λαούτο), με το σύνολο να συμπληρώνεται από την κιθάρα και το λαούτο του ίδιου του Αλκίνοου.

Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι ακούς ήχο βιολιού (από τον Σιώτα) όπως δεν θα μπορούσες ποτέ να φανταστείς, αφού εκτός από το συμβατικό παίξιμο με το δοξάρι ενίοτε το γρατζουνούσε με τα δάκτυλα ή το κτυπούσε σαν κρουστό, σημαίνει ότι «φεύγεις» με το εξωπραγματικό παίξιμο του Καλούδη ο οποίος σχεδόν ερωτοτροπεί με τη λύρα και το τσέλο, σημαίνει ότι χαμογελάς από ικανοποίηση μαθαίνοντας ότι ο Τσεκούρας είναι πολλά υποσχόμενος πράγμα που άλλωστε αποδεικνύεται περίτρανα…

Σημαίνει όμως ότι επιτέλους έχεις και μια καλή ευκαιρία, μέσω του παιξίματος του Πάππου και της έμπνευσης του Αλκίνοου, να εκτιμήσεις εκ νέου τη δυναμική ενός πολύ σημαντικού -για την κουλτούρα και τον πολιτισμό της χώρας- οργάνου όπως το μπουζούκι, το οποίο όλα αυτά τα χρόνια αναλώθηκε και εκτέθηκε σε μια διασκέδαση κακόγουστη και επιφανειακή. Καιρός δεν είναι όργανα όπως αυτό να πάρουν την θέση που τους αξίζει;

Και μια και μιλάμε για θέση, ένα άλλο στοιχείο που καθιστά σπουδαίο έναν καλλιτέχνη είναι σίγουρα και η ταπεινότητά του. Χθες στη συναυλία, όλοι ανεξαιρέτως οι μουσικοί ήταν στην ίδια ευθεία, ο ένας δίπλα στον άλλο (τι ωραία εικόνα από άποψης αισθητικής!), ανεξαιρέτως πορείας και χρόνων υπηρεσίας, ενώ με κάθε ευκαιρία ο Αλκίνοος τούς έδειχνε, κυρίως για να αποσπάσει για λογαριασμό τους το χειροκρότημα το κοινού.

Ή το άλλο που, πριν ξεκινήσει να ερμηνεύει, αναφέρεται στον δημιουργό των τραγουδιών (Ζούδιαρη, Χατζιδάκι, Θεοδωράκη κλπ), πόσο συχνά το ακούμε πλέον;

 



Εν κατακλείδι, η ψεσινή συναυλία του Αλκίνοου ήταν πολύ ιδιαίτερη, πλην όμως ήταν ίδια με όλες τις προηγούμενες. Είχε ωραίους μουσικούς, σπουδαίες ερμηνείες, τραγούδια κλασσικά, τραγούδια μελωδικά, τραγούδια πιο «δύσκολα», τραγούδια γεμάτα συγκίνηση, τραγούδια για να ερωτευτείς, για να προβληματιστείς, τραγούδια για να ταξιδέψεις, να θυμηθείς… Είχε κοινό μεγάλο και κοινό ετερόκλητο, από 12 μέχρι 70 και βάλε. Είχε ποιότητα και αισθητική. Είχε νεύρο και ωραίο vibe. Δυστυχώς, όμως, είχε και ένα κακόγουστο φωτάκι στον Πενταδάκτυλο που, όσα καλοκαίρια κι αν περάσουν, όσα περάσματα κι αν κάνουμε από το Σκαλί, με τίποτα δε λέει να εξαφανιστεί. Παραμένει και επιμένει να μας χαλά τη γιορτή.

Πάλι καλά που είναι το άλλο φως, το φως καλλιτεχνών όπως ο Αλκίνοος, το οποίο αντισταθμίζει την κακογουστιά (την όποια κακογουστιά), αποκαθιστώντας έτσι την ισορροπία.

Αυτός είναι ο λοιπόν Αλκίνοος. Ένας καλλιτέχνης που ενώ «βασανίζεται» από διάφορα ζητήματα (υπαρξιακά, κοινωνικοπολιτικά κλπ), εντούτοις χαίρεσαι όταν συνειδητοποιείς πως αυτό που υπερισχύει στην περίπτωσή του, αυτό που μένει με την πάροδο των χρόνων, είναι το φως. Μόνο το φως.

Έτσι ακριβώς όπως ο ίδιος το θέτει με άψογο τρόπο στο τραγούδι του «Πέρασμα».

 


ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ