«Η κυπριακή κοινωνία δεν είναι μια κοινωνία που αντιδρά»

Δεν ξέρω πως μια παρουσία μπορεί να είναι επιβλητική και συνάμα απλή και ταπεινή. Την Στέλα Φυρογένη την ακολουθώ χρόνια, από το «Περί έρωτος και άλλων τινών», όπως σωστά μου θύμισε η ίδια μεταξύ κουβέντας και τσαγιού -είναι κι αυτή μια από εμάς, μανιακή με τα βότανα και ό,τι έχει να κάνει με τη φύση. Καλλιτέχνης που σ’ αναγκάζει -με το ταλέντο της και την αντιμετώπισή της απέναντι στον θεατή και το επάγγελμα- να σεβαστείς και να χειροκροτήσεις.

 


Όταν έφυγε το αρχικό τρέμουλο, αυτό που σε πιάνει όταν λες το πρώτο «γειά» με ανθρώπους που εκτιμάς βαθιά και πραγματικά, ξεκίνησε μια ωραία κουβέντα, η οποία ανέτρεψε τη «σκαλέτα» που είχα στο μυαλό μου. Ευτυχώς δηλαδή, αφού προέκυψε τελικά μια άκρως εξομολογητική και χωρίς υποσημειώσεις συνέντευξη.

 

Τι σε συνεπήρε στο «Αιδοίων μονόλογοι» για να συμμετάσχεις;

Το έργο το γνώρισα πριν αρκετά χρόνια, η συγγραφέας ήταν και η πρώτη περφόρμερ, κυκλοφόρησε και σε βίντεο και όταν το είδα ενθουσιάστηκα! Τότε, η αναφορά -ειδικά στα γυναικεία- γεννητικά όργανα δεν ήταν κάτι το συνηθισμένο. Είχε μια ελευθερία στη γλώσσα και στη θεματολογία, το βρήκα πάρα πολύ ενδιαφέρον γι’ αυτό και πήρα το βιβλίο. Όταν ήρθε η πρόταση απ’ τον Ανδρέα Αραούζο είπα «τέλεια, έχω να πω την λέξη ‘αιδοίο’ άπειρες φορές χωρίς να δώσω λογαριασμό σε κανέναν»! Το έργο πατάει θαρρετά πάνω στο χιούμορ αλλά αναφέρεται και σε πιο άγρια και σοβαρά πράγματα. Μια ειλικρινής, αστεία, σκληρή και συγκινητική εξομολόγηση από το στόμα δεκάδων γυναικών.

Είναι όμως ταμπού ακόμη αυτό το θέμα;

Για κάποιους ναι. Δεν ζούμε όλοι στην πόλη και δεν ανήκουν όλοι στην ηλικιακή ομάδα 20-45. Δεν έρχονται όλοι σ’ επαφή με μια πιο θαρραλέα γλώσσα, αυτό γίνεται μόνο μέσω της τηλεόρασης και συνήθως γίνεται λόγω εντυπωσιασμού... Τα πρώτα γέλια ήτανε τόσο συγκρατημένα που έπρεπε να πυκνώσουν οι προκλήσεις για να νιώσει πιο άνετα ο κόσμος και ν’ αφήσει το γέλιο του να ξεσπάσει.


Με λυπεί που δεν υπάρχουν παραγωγές στον Θ.Ο.Κ που θα απασχολούσαν περισσότερους ηθοποιούς μεγαλύτερης ηλικίας. Έχουμε πολλά να μάθουμε από κείνους… Απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη.




Πάμε λίγο πίσω. Πως ξεκίνησε το θεατρικό σου ταξίδι;

Ακόμη και τώρα, μετά από 23 χρόνια, πάντα όταν με ρωτάνε ‘τι δουλειά κάνεις;’, το σκέφτομαι. Το θέατρο είναι πολυτέλεια, και μικρή, ούτε που μου πέρασε απ’ το νου. Απλώς μ’ άρεσε να τραγουδάω, να χορεύω, να διαβάζω ποιήματα, μεγαλόφωνα βεβαίως! Αυτό ήτανε το πάθος μου στο δημοτικό, η ώρα της ανάγνωσης. Της φωναχτής. Ντρεπόμουνα όμως. Τραγικά. Με φωνάζανε να πω μάθημα και έλεγε ο δάσκαλος «Πιο δυνατά Φυρογένη». Τρόμος. Και ατέλειωτα σαρδάμ! Και κάποια στιγμή φτιάξανε κάποιοι φίλοι μου μια παράσταση. Καλή κακή, δεν έχει σημασία. Εκεί συνειδητοποίησα ότι δε χρειάζεται να ‘χεις γεννηθεί κάτω από ένα άστρο για να γίνεις καλλιτέχνης! Νόμιζα πως είναι το κύτταρο που σε κάνει ηθοποιό, χορευτή, ποιητή, ζωγράφο, όλα όσα θαύμαζα και μ’ ενδιέφεραν, αλλά έλεγα «εγώ, από που κι ως που;». Κι εκείνη την ώρα είδα πως «επιτρέπεται» ακόμα και σε μένα να δοκιμάσω...

Άρα λειτούργησε και σαν θεραπεία.

Ακριβώς! Έμαθα να χαμογελάω, να μη φοβάμαι ν’ αγγίξω τους άλλους κι άρχισα να βρίσκω τη φωνή μου.

Η πρώτη σου επαγγελματική παράσταση;

Ήτανε στο Εθνικό. Έπαιξα στο «Φον Δημητράκη» μια υπηρέτρια, την Κατίνα, αν δεν κάνω λάθος. Κι είχα 2-3 ατάκες του τύπου «Καλημέρα σας! Νερό; Μάλιστα!» Το απολάμβανα όμως τόσο πολύ!

Η Κύπρος πως προέκυψε;

Από έρωτα! Ερωτική μετανάστρια. Κι εκείνη την εποχή η Κύπρος δεν ήταν η γη της επαγγελίας για τους Ελλαδίτες, όπως είναι τα τελευταία χρόνια. Τότε για τους φίλους μου ήμουν μια τρελή! Αλλά δεν μ’ ένοιαζε. Η Αθήνα με κούραζε πάρα πολύ.

 



Δεν το σκέφτηκες λίγο... «καριερίστικα»; Μεγαλύτερη πόλη, περισσότερες ευκαιρίες.

Ναι αλλά και περισσότερος ανταγωνισμός. Η σκέψη μου ήταν να είμαι με τον άνθρωπο που αγαπούσα και απ’ τη στιγμή που υπάρχει θέατρο και στην Κύπρο, δεν είχα λόγο να μείνω.

 


Όταν έχεις πολλούς κουμπάρους και είσαι σε μια θέση που παίρνεις αποφάσεις, για να έχεις την υποστήριξή τους, τους τάζεις πράγματα και μετά πρέπει να τα εκπληρώσεις.


Με αποτέλεσμα να κάνεις αρκετό θέατρο και κινηματογράφο, σε κυπριακό σανίδι και πανί.

Αλλά όχι στην κυπριακή γλώσσα, παρ’ όλο που τα κυπριακά μου είναι πολύ καλά -φυσικά, δεν πείθω κανέναν, αλλά τουλάχιστον διασκεδάζουν όσοι μ’ ακούνε!

Υπάρχει η πεποίθηση πως οι παραγωγές με κείμενο στην κυπριακή διάλεκτο είναι και κατώτερες σε ποιότητα;

Θα σου δώσω ένα παράδειγμα. Πριν από μερικά χρόνια, ο Θ.Ο.Κ ανέβασε το «Ημερολόγιο ενός τρελού», έναν μονόλογο του Γκόγκολ, με τον Βαρνάβα Κυριαζή. Το ίδιο έργο, ανέβασε και ο Σπύρος C. με τον Μάριο Ιωάννου, σε μετάφραση στα κυπριακά. Πολύ καλοί ηθοποιοί και οι δύο. Καλές παραγωγές. Αλλά εμένα, το κυπριακό κείμενο, με τσάκισε! Χωρίς τσαλίμια και υπερβολές, μια σεμνή, καθαρή εκδοχή της κυπριακής διαλέκτου που το έκανε τόσο συγκινητικό, τόσο ανθρώπινο, τόσο βαθύ. Αυτό δίνει την απάντηση.

Τι άλλαξε προς το καλό μέσα σ’ αυτά τα χρόνια και τι προς το χειρότερο στο κυπριακό θέατρο;

Θεωρώ εαυτόν πάρα πολύ τυχερό, για την εποχή που ήρθα στο κυπριακό θέατρο -εδώ να διευκρινίσω πως μπορώ να μιλήσω μόνο για τον Θ.Ο.Κ. Τυχερή γιατί όλοι οι μεγαλύτερης ηλικίας συνάδελφοι, αυτοί που δημιούργησαν την θεατρική κίνηση στον τόπο από ένα σημείο και μετά, ήταν δίπλα μου στην ακμή τους. Σπουδαίοι ηθοποιοί, που για μένα στάθηκαν και πολύτιμοι δάσκαλοι. Αυτό δεν συμβαίνει αυτή τη στιγμή. Με λυπεί που δεν υπάρχουν παραγωγές στον Θ.Ο.Κ που θα απασχολούσαν περισσότερους ηθοποιούς μεγαλύτερης ηλικίας. Έχουμε πολλά να μάθουμε από κείνους… Απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη.

Υπάρχουν σήμερα τέτοιας εμβέλειας μεγάλοι ηθοποιοί, που θα μεταφέρουν στα νέα παιδιά ότι κι αυτοί σ’ εσένα;

Κατ’ αρχάς δεν είμαι σίγουρη αν μπορεί να μεταφερθεί οτιδήποτε πια, αν αυτό δε γίνει μέσω facebook!

 


Η κυρία με το κομμωτήριο, ο τύπος με τα αμπελοπούλια ή ο κύριος που έβαλε το κινητό του κάτω από την φούστα της Χαραλαμπίδου. Αυτά ακούς και θες να χτυπηθείς.


Πόσο ρόλο θεωρείς πως έπαιξε η τηλεόραση, που τότε ήταν στα σπάργανά της, στη μείωση αυτής της ποιότητας;

Δεν πιστεύω πως έπαιξε κάποιο ρόλο, όντως ένα ρεύμα υπήρξε, περισσότερες παραγωγές, εύκολο χρήμα και φήμη… Όμως, την ποιότητα του κυπριακού θεάτρου την επηρεάζει πολύ συχνά το γεγονός πως, άνθρωποι που δεν θα έπρεπε ν’ αποφασίζουν σε ό,τι αφορά στο θέατρο, είναι σε θέση να το κάνουν. Αυτό συμβαίνει στα μικρά μέρη και το’ χω δει να συμβαίνει κι εδώ. Είναι όλοι κουμπάροι μεταξύ τους κι όταν έχεις πολλούς κουμπάρους και είσαι σε μια θέση που παίρνεις αποφάσεις, για να έχεις την υποστήριξή τους, τους τάζεις πράγματα και μετά πρέπει να τα εκπληρώσεις. Αυτό συχνά οδηγεί λάθος ανθρώπους σε λάθος θέσεις. Στο θέατρο είμαστε καλλιτέχνες. Δεν είμαστε δημόσιοι υπάλληλοι, δεν είμαστε γραφιάδες, πωλητές, δικηγόροι… Και δεν χτυπάμε κάρτα, η δουλειά μας, μας απασχολεί όλες τις ώρες της ημέρας.

Αυτό όμως δεν υπήρχε από πάντα;

Υπήρχε ναι, απλώς αυτή τη στιγμή η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο δύσκολη με όλη αυτή την τεχνητή κρίση, όλα καταλήγουν στο να δουλεύουμε όλοι όσο το δυνατόν περισσότερο και να αμειβόμαστε όσο το δυνατόν λιγότερο, για να καρπώνονται οι λίγοι τα πολλά και να υπάρχουν άνθρωποι που πεθαίνουνε γιατί δεν έχουν να φάνε ή γιατί τρώνε δηλητήρια, γιατί δεν έχουν περίθαλψη, δουλειά, εκπαίδευση, ελπίδα…

Χαρακτήρισες την κρίση τεχνητή…

Ε ναι! Αυτός ο κόσμος έχει να προσφέρει για όλους μας, απλώς καταμερίζονται τα πράγματα όπως βολεύονται οι λίγοι και οι υπόλοιποι -αν είμαστε τυχεροί - μένουμε ευχαριστημένοι με το εάν θ’ αγοράσουμε καινούριο κινητό, αν θα καταφέρουμε να πάμε διακοπές του χρόνου. Στην Κύπρο ακόμη παίζει αυτό! Τι τσάντα κρατάς, τι αυτοκίνητο οδηγείς. Θα δώσω το παράδειγμα της βουλευτίνας. Έμεινα με το στόμα ανοιχτό! Έλεος. Πεινάει ο κόσμος κυρία μου με τις €4000 τον μήνα που, αν δεν πας κομμωτήριο για να είσαι όμορφη, δεν θα πάει καλά η δουλειά! Για να μην αρχίσω να μιλάω για τ’ αμπελοπούλια τώρα!

 



Είναι τέτοια τα παραδείγματα που έχουμε γύρω μας;

Κοίτα να δεις, μεμονωμένες περιπτώσεις πάντα θα υπάρχουνε. Αλλά αυτό καταντάει γραφικό. Η κυρία με το κομμωτήριο, ο τύπος με τα αμπελοπούλια ή ο άλλος ο κύριος που έβαλε το κινητό του κάτω από την φούστα της Χαραλαμπίδου. Αυτά ακούς και θες να χτυπηθείς. Είσαι σ’ αυτή την θέση, οφείλεις να δώσεις το καλό παράδειγμα! Αλλά, προφανώς, βρίσκουν και κάνουν!

Πιστεύεις πως ο κόσμος θα τους ξαναψηφίσει ή ο Κύπριος θ’ αντιδράσει;

Δυστυχώς, δεν πιστεύω πως η κυπριακή κοινωνία είναι μια κοινωνία που αντιδρά. Στα 20 χρόνια που είμαι εδώ, η μόνη φορά που είδα μια πραγματική αντίδραση ήτανε με το Μαρί. Δεν εξαιρώ τον εαυτό μου, ούτε δαχτυλοδείχνω κανέναν. Κι εγώ αφήνομαι στις πάμπολλες δουλειές που έχω να κάνω. Προχτές, για παράδειγμα, έγινε μια διαδήλωση για τον Ακάμα, που θέλουν να τον κτίσουν, γιατί πρέπει να τα μασήσουμε όλα, να μην αφήσουμε τίποτα, κάθε φυσικό, κάθε όμορφο, θα πρέπει σύμφωνα μ’ αυτούς να το καταστρέψουμε και μετά να το χρυσοπληρώνουμε. Πήγαν λοιπόν εκεί κάμποσοι άνθρωποι και διαμαρτυρηθήκανε. Πολύλίγοι, εάν σκεφτώ πόσοι απολαμβάνουν τον Ακάμα κάθε καλοκαίρι.

 



Βρίσκεις πως, σαν λαός, ως ένα βαθμό, έχουμε τη δικαιολογία του «μικρού νησιού» γενικότερα γι’ αυτή την παθητική στάση;

Αυτή τη μοιρολατρική θέση την ακούω συνήθως από τους παλαιότερους. Δεν μιλάμε για καμιά φοβερή επανάσταση, λίγο να κάτσει ο καθένας με τον εαυτό του, να τον ρωτήσει και θα βρει τις απαντήσεις.


Η τηλεθέαση δεν είναι απαραίτητα ανάλογη της ποιότητας. Στην τηλεόραση, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Είναι η άλλη ψηλή, ξανθιά, αδύνατη… Τέλεια! Τα λέει κιόλας. Ουάου!


Η κυπριακή νεολαία δείχνει διαφορετικά δείγματα γραφής;

Ξέρω ότι ο νέος κύπριος σήμερα αντιμετωπίζει ένα πολύ αβέβαιο μέλλον αλλά είναι και δέσμιος πολλών τεχνητών αναγκών απ’ τις οποίες χρειάζεται αποδέσμευση. Το να είσαι νέος άνθρωπος σήμερα, ειδικά στην Ελλάδα, σημαίνει πως δε θα ‘χεις ποτέ δικό σου σπίτι, ή ούτε καν σπίτι, ούτε δουλειά, δεν θα μπορέσεις να κάνεις οικογένεια, είναι τόσο δυσοίωνη η πραγματικότητα.

Οι νέοι ηθοποιοί;

Βλέπω τους νεότερους ηθοποιούς σήμερα να είναι ταλαντούχοι, πολύ διαβασμένοι, να έχουν πάρει πτυχία, να έχουν δουλέψει το σώμα τους, τη φωνή τους και να τολμούν… Κι  εκείνοι που συνειδητοποιούν ότι το θέατρο είναι ομαδική δουλειά κι ότι η πραγματική του μαγεία βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια, είναι οι αγαπημένοι μου.

Υπάρχει κορεσμός αυτή τη στιγμή στο επάγγελμα; Οι τηλεοράσεις γέμισαν μοντέλα και όλοι θέλουν να γίνουν ηθοποιοί.

Αυτή τη στιγμή υπάρχει κόσμος πολύς που έχει ανάγκη να δουλέψει και οι παραγωγές είναι λίγες. Αυτό τι σημαίνει; Πως ο παραγωγός έχει το πάνω χέρι, ειδικά απ’ τη στιγμή που δεν είναι η ποιότητα το ζητούμενο. Η τηλεθέαση δεν είναι απαραίτητα ανάλογη της ποιότητας. Στην τηλεόραση, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Είναι η άλλη ψηλή, ξανθιά, αδύνατη… Τέλεια! Τα λέει κιόλας. Ουάου! Τώρα πως θα καταφέρεις να συνεχίσεις; Εξαρτάται και απ’ το πόσο σαράκι έχεις. Είναι και κάποιοι που είναι αμετανόητοι και συνεχίζουν κι ανακαλύπτουν την αξία της ομάδας και δημιουργούν μόνοι τους τις ευκαιρίες. Αλλά πρέπει να έχεις γνώθι σ’ αυτόν. Να αντιλαμβάνεσαι αν αυτό είναι για σένα το καλύτερο. Βέβαια, στο χώρο μας η επιτυχία έχει να κάνει και με την αυτοδιαφήμιση.

Πρόσεξα πως δεν έχεις facebook.

Ναι δεν έχω και νιώθω πολύ συχνά πως μένω πίσω. Εκτός πραγμάτων. Δεν μ’ απασχολεί προς το παρόν. Ίσως στο μέλλον, αλλά θ’ αφορά μόνο στη δουλειά μου, επαγγελματικά θέματα. Όχι ιστορίες τύπου «περπατάω κατά μήκος του Σηκουάνα και βρέχει».

Δεν έχεις καλή σχέση με την τηλεόραση. Γιατί;

Προτάσεις υπήρχαν, ειδικά στις αρχές, αλλά εάν έλεγα «ναι» είναι σχεδόν σίγουρο πως θα έβλεπα τον εαυτό μου να παίζει την καλαμαρού μασέζ ή ρεσεψιονίστ σε ξενοδοχείου, ή πόρνη στο καμπαρέ…  Η δουλειά μου στον ΘΟΚ μού ήταν αρκετή, και πολύ απαιτητική και επίσης, από κάποια στιγμή και μετά, μας απαγορεύτηκαν οι τηλεοπτικές συμμετοχές. Αυτό που με ενδιέφερε ήταν να παίζω στο θέατρο κι αυτό έκανα.

 



Σήμερα, θα έκανες τηλεόραση;

Πραγματικά δεν ξέρω, κάποιες φορές βρίσκω διασκεδαστική αυτή τη σκέψη. Κάποιες άλλες , όχι.


Δεν μ’ απασχολεί προς το παρόν το facebook. Ίσως στο μέλλον, αλλά θ’ αφορά μόνο στη δουλειά μου, επαγγελματικά θέματα. Όχι ιστορίες τύπου «περπατάω κατά μήκος του Σηκουάνα και βρέχει».


Τι θα σε κράταγε μακριά απ’ αυτή τη δουλειά;

Μια δουλειά με φυτά, ζώα και ανθρώπους που θ’ αγαπούσαν τα φυτά, τα ζώα και τους ανθρώπους.

Τα μελλοντικά σου σχέδια;

Αρχικά, θέλω να βάψω το σπίτι μου! Αυτό πρώτα. Στα μέσα Ιανουαρίου θα ξεκινήσουμε στον ΘΟΚ τις πρόβες για το «Γλυκό πουλί της νιότης», σε σκηνοθεσία Άντζελας Μπρούσκου. Για το καλοκαίρι δεν ξέρω, μέχρι τότε θέλω πάρα πολύ να κάνω κάτι μουσικό. Από εκεί και πέρα, δεν ξέρω. Μικρή βιαζόμουνα για να τα προλάβω όλα, τώρα αντιλαμβάνομαι πως αυτό δεν πρόκειται να γίνει, οπότε, χαλαρά!

 



Η ευχή σου για το νέο χρόνο;

Σεβασμός. Στη φύση, στον συνάνθρωπο, στον εαυτό μας, στο διαφορετικό. Σ’ αυτά τα ταλαίπωρα τα ζώα που υποφέρουν απ’ την κακία, ή την αδιαφορία, ή την αδηφαγία μας. Περισσότερο σεβασμό, αυτογνωσία και ένα ξεκαθάρισμα ρε παιδί μου, δεν χρειαζόμαστε τόσα πολλά πράγματα, τόσο πολύ κρέας, τόσα πολλά αυτοκίνητα. Θα ήθελα να δω τους ανθρώπους να διαβάζουν περισσότερο. Βιβλία πραγματικά, με μυρωδιά από χαρτί κι από μελάνι.



 

Μεταξύ άλλων, τoν Οκτώβριο του 2011 η Στέλα Φυρογένη κυκλοφόρησε με τη Λουβάνα Δίσκοι τον «Σιδεροκόφτη» Ένα μουσικό άλμπουμ «κτισμένο» πάνω στη φωνή της, το οποίο περιλαμβάνει 10 μικρές ιστορίες με υλικό από τα όνειρα, τα παραμύθια, τις επιθυμίες, τις κλειστές πόρτες, τις ανοιχτές αγκαλιές, τα κομμένα δέντρα, την αγάπη και την έλλειψη της, από το θέατρο σαν πραγματικότητα κι απ’ τη ζωή σα θέατρο. Το ύφος της μουσικής είναι πειραματικό, οι στίχοι των τραγουδιών σε ελληνικά και αγγλικά, και η ενορχήστρωση άλλοτε πλούσια και άλλοτε λιτή. Οι συνθέσεις μυστήριες, ασπάζονται άλλοτε το τσίρκο-ροκ του Tom Waits, το παραδοσιακό φανκ του Αγγελάκα και τις μπαλάντες του Χατζιδάκι. Πάρε μια γεύση εδώ, από το project Stelafi, μέσω του ομώνυμου τραγουδιού.

 


ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ