Μίλα μου
Έλενα, πόσο απαιτητικό είναι να μπεις ψυχολογικά στο μυαλό ενός εγκληματία;
Μια συζήτηση με τη δικηγόρο και εγκληματολόγο, Έλενα Μπολονάση με αφορμή την κυκλοφορία του νέου της βιβλίου «Μια φορά κι ένας φόνος».
Η πορεία της Έλενας Μπολονάση ξεκινά από τα χρόνια των σπουδών της στη Νομική Αθηνών, όταν η πρώτη της επαφή με το Ποινικό Δίκαιο γέννησε το έντονο ενδιαφέρον της για την κατανόηση του ανθρώπινου ψυχισμού και των παραγόντων που οδηγούν στη διάπραξη εγκλημάτων.
Έχοντας ήδη γράψει δύο βιβλία, τον «Λόφο του Ερνιόν» και το «Ο λύκος μένει σπίτι», πρόσφατα κυκλοφόρησε το τρίτο της βιβλίο με τίτλο «Μια φορά κι ένας φόνος». Ένα έργο που δείχνει πως πίσω από κάθε έγκλημα υπάρχει μια ιστορία, και πίσω από κάθε ιστορία, ένας τρόπος να ειπωθεί.
Με αφορμή το νέο της βιβλίο, η συγγραφέας περνά από την ανάλυση της εγκληματικής συμπεριφοράς στη δημιουργία ιστοριών που ισορροπούν ανάμεσα στον ρεαλισμό και τη μυθοπλασία, φέρνοντας σε επαφή την εγκληματολογία με τη λογοτεχνία. Έτσι το ανθρώπινο σκοτάδι αποκτά φωνή, πρόσωπο και κίνητρο.
Ποια ήταν η πρώτη στιγμή που συνειδητοποίησες ότι θέλεις να ασχοληθείς με την εγκληματολογία;
Από τα χρόνια των σπουδών μου στη Νομική Αθηνών, όταν ήρθα για πρώτη φορά σε επαφή με το Ποινικό Δίκαιο. Τότε δημιουργήθηκε ένα έντονο ενδιαφέρον για την κατανόηση της εγκληματικής συμπεριφοράς. Ήθελα να εμβαθύνω στους παράγοντες που οδηγούν έναν άνθρωπο στη διάπραξη ενός ειδεχθούς εγκλήματος. Σταδιακά αυτή η αναζήτηση εξελίχθηκε σε συνειδητή επιλογή να ασχοληθώ με την εγκληματολογία.
Πώς συνδυάζονται μέσα σου η επιστήμη της εγκληματολογίας με τη λογοτεχνία;
Οι εγκληματολογικές γνώσεις μού δίνουν τη δυνατότητα να προσεγγίζω τις ιστορίες με ρεαλισμό και συνέπεια. Η έρευνα στη σκηνή εγκλήματος, οι διαδικασίες ανάκρισης, καθώς και ο σχηματισμός του προφίλ θύτη και θύματος, αποδίδονται μέσα από το πρίσμα της επιστήμης. Είναι για μένα πολύ σημαντικό οι χαρακτήρες να έχουν ένα ουσιαστικό υπόβαθρο που να αιτιολογεί τις πράξεις τους, ώστε ο αναγνώστης να μπορεί να τους κατανοήσει σε βάθος.
Παράλληλα, η λογοτεχνία λειτουργεί ως μέσο για να προσεγγίσει κανείς σοβαρά και συχνά δύσκολα ζητήματα, είναι ένας καθρέφτης της κοινωνίας μας. Μέσα από τις ιστορίες, δίνεται η δυνατότητα να ψυχαγωγηθεί ο αναγνώστης, ενώ ταυτόχρονα θα σκεφτεί και θα προβληματιστεί.
Πόσο κοντά βρίσκεται η λογοτεχνική απεικόνιση ενός εγκλήματος στην πραγματικότητα;
Η λογοτεχνική απεικόνιση ενός εγκλήματος πλησιάζει αρκετά την πραγματικότητα, αλλά δεν ταυτίζεται πλήρως μαζί της. Στόχος μου είναι να διατηρώ τον ρεαλισμό, ώστε ο αναγνώστης να νιώθει ότι συμμετέχει στην επίλυση της υπόθεσης. Ωστόσο, η λογοτεχνία απαιτεί και αφηγηματική δύναμη, ρυθμό και συναισθηματική ένταση. Αυτά τα στοιχεία διαφοροποιούν την πραγματικότητα από τη μυθοπλασία. Είναι σημαντικό να διατηρείται μια ισορροπία ανάμεσα στην επιστημονική ακρίβεια και τη λογοτεχνική έκφραση.
Πιστεύεις ότι το κακό είναι έμφυτο ή διαμορφώνεται;
Είναι αποτέλεσμα μιας δυναμικής αλληλεπίδρασης ανάμεσα σε βιολογικούς, ψυχολογικούς και κοινωνικούς παράγοντες. Η προσωπικότητα, τα βιώματα, οι συνθήκες ζωής και οι εμπειρίες ενός ανθρώπου μπορούν να επηρεάσουν καθοριστικά τη συμπεριφορά του. Πίσω από το «κακό» βρίσκονται συνήθως πολύ σύνθετες ιστορίες.
Η ανθρώπινη ύπαρξη είναι τόσο πολύπλοκη που είναι δύσκολο να φωτιστεί κάθε πτυχή της. Ωστόσο, αν ακολουθήσουμε τη διαδρομή ενός δράστη, την πορεία προς το έγκλημα, μπορούμε να βρούμε απαντήσεις και να κατανοήσουμε τα βαθύτερα κίνητρά του.
Η ενασχόλησή σου με τόσο σκοτεινά θέματα σε έχει αλλάξει ως άνθρωπο;
Θα πίστευε κανείς πως η τόσο συστηματική ενασχόληση με ειδεχθή εγκλήματα κάνει κάποιον πιο αποστασιοποιήμενο και απαθή, όμως συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Είμαι πλέον πιο παρατηρητική, πιο συνειδητοποιημένη απέναντι στις πολλαπλές όψεις της ανθρώπινης φύσης. Όσο περισσότερο ταξιδεύω στα σκοτεινά μονοπάτια του ανθρώπινου μυαλού, τόσο μεγαλύτερη είναι η ευαισθητοποίηση απέναντι σε φαινόμενα θυματοποίησης και βίας, ειδικά σε σχέση με τις ομάδες υψηλής ευαλωτότητας, όπως είναι οι γυναίκες και τα παιδιά. Δεν είναι τυχαίο που αυτά τα θέματα με απασχολούν και συγγραφικά.
Πώς γεννήθηκε η ιδέα για το νέο σου βιβλίο «Μια φορά κι ένας φόνος»;
Πριν μερικά χρόνια στο μάθημα της Ανακριτικής, εξηγούσα στους φοιτητές μου το «φαινόμενο του φωτοστέφανου» και πόσο καθοριστική είναι η εικόνα για τον τρόπο που κρίνουμε έναν άνθρωπο. Ακόμα και στα παραμύθια ο πρίγκιπας, η πριγκίπισσα, η καλή νεράιδα είναι όμορφοι. Οι κακοί παρουσιάζονται άσχημοι, παραμορφωμένοι.
Έπειτα, σκέφτηκα το «ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα». Όλα τα παραμύθια έχουν καλό τέλος κι η ιστορία ολοκληρώνεται μόλις κλείσει η τελευταία σελίδα. Στην πραγματική ζωή η ευτυχία και η ιδανική οικογένεια μπορεί να κρύβουν σκοτεινά μυστικά. Τα περισσότερα εγκλήματα συμβαίνουν πίσω από κλειστές πόρτες, εκεί που όλα μοιάζουν ρομαντικά, όπως μας έμαθαν τα παραμύθια. Όμως, ακόμα και στην εποχή μας, γυναίκες κακοποιούνται, παιδιά βιώνουν μια κόλαση, ηλικιωμένοι γίνονται θύματα εκμετάλλευσης και κάθε μορφής βίας.
Θέλησα να γράψω για έναν πρωταγωνιστή που όσα παραμύθια κι αν διαβάζει, δεν μπορεί να κοιμηθεί γιατί οι ιστορίες αυτές δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα την οποία βίωσε. Για να μπορέσει να ησυχάσει, πρέπει ο ίδιος να αλλάξει το τέλος τους και να αποδώσει στον καθένα αυτό που του αξίζει. Μέσα από το δικό του πρίσμα ηθικής, μέσα από τα δικά του βιώματα, μέσα από το τραύμα.
Πόσο απαιτητικό είναι να μπεις ψυχολογικά στο μυαλό του «παραμυθά»;
Για να μπει κανείς στο μυαλό ενός εγκληματία χρειάζεται να τον κατανοήσει και να εντοπίσει όλους εκείνους τους λόγους που τον οδήγησαν στη διάπραξη των φόνων. Είναι απαιτητικό, χρειάζεται ενσυναίσθηση, παρατηρητικότητα, γνώση, αλλά και γερό στομάχι.
Η λογοτεχνική απεικόνιση ενός εγκλήματος πλησιάζει αρκετά την πραγματικότητα, αλλά δεν ταυτίζεται πλήρως μαζί της. Στόχος μου είναι να διατηρώ τον ρεαλισμό, ώστε ο αναγνώστης να νιώθει ότι συμμετέχει στην επίλυση της υπόθεσης
Tι ρόλο παίζουν τα σύμβολα και τα στοιχεία που αφήνει πίσω του ο δολοφόνος; Είναι απλώς ενδείξεις ή κάτι βαθύτερο;
Έχουν πολύ σημαντικό ρόλο στην ιστορία, είναι τα στοιχεία της υπογραφής του δράστη και δεν είναι καθόλου τυχαία. Αποκαλύπτουν στοιχεία για την ψυχοσύνθεσή του, έχουν για εκείνον ένα βαθύτερο νόημα και δίνουν τη δυνατότητα στην αστυνομία να σχηματίσει το ψυχολογικό του προφίλ. Πυροδοτούν το κυνηγητό ανάμεσα στον δράστη και τις Αρχές. Σε κάθε σκηνή εγκλήματος αφήνει μια σκισμένη σελίδα κι ένα κόκκινο αντικείμενο. Για εκείνον, κάθε έγκλημα είναι σαν ένα έργο τέχνης. Σχεδιασμένο, μελετημένο, με συγκεκριμένο μήνυμα.
Υπάρχουν στοιχεία αληθινών εγκλημάτων μέσα στην ιστορία;
Δεν πρόκειται για ιστορίες που συνέβησαν «μια φορά κι έναν καιρό», φτάνουν στο σήμερα, στη σύγχρονη εγκληματική σκηνή, στο παρόν όπου η βία εξακολουθεί να είναι σκληρή και ακόμα πιο συχνή. Γι’ αυτό και ο αναγνώστης θα αναγνωρίσει στοιχεία από εγκλήματα που συμβαίνουν γύρω μας.
Τι θα ήθελες να νιώσει ο αναγνώστης όταν κλείσει το βιβλίο;
Κλείνοντας το βιβλίο, θα ήθελα ο αναγνώστης να νιώσει την ανάγκη να γράψει το τέλος στο δικό του παραμύθι κι αυτό να είναι γεμάτο φως, αλήθεια και καλοσύνη. Όσο σκληρή κι αν είναι η πραγματικότητα, είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε τα σκοτεινά σημεία της και να τα αντιμετωπίσουμε. Το τέλος το ορίζουμε εμείς.
Αν έπρεπε να περιγράψεις το βιβλίο με τρεις λέξεις, ποιες θα ήταν;
Όταν τα παραμύθια γίνονται εφιάλτες. Επειδή όμως είναι πέντε λέξεις, θα πω: Το τέλος ξαναγράφεται.
Κλείνοντας το βιβλίο, θα ήθελα ο αναγνώστης να νιώσει την ανάγκη να γράψει το τέλος στο δικό του παραμύθι κι αυτό να είναι γεμάτο φως, αλήθεια και καλοσύνη. Όσο σκληρή κι αν είναι η πραγματικότητα, είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε τα σκοτεινά σημεία της και να τα αντιμετωπίσουμε. Το τέλος το ορίζουμε εμείς.
Το τέλος του βιβλίου ήταν κάτι που είχες αποφασίσει από την αρχή ή προέκυψε στην πορεία;
Είχα από την αρχή ένα σχέδιο για την εξέλιξη της ιστορίας. Ωστόσο, από ένα σημείο κι έπειτα οι ήρωες απέκτησαν υπόσταση, ζωντάνεψαν και ανέτρεψαν ως έναν βαθμό τα δεδομένα. Είναι μαγικό όταν η έκπληξη και η ανατροπή δεν σχεδιάζονται σκόπιμα για να αιφνιδιάσουν τον αναγνώστη, αλλά προκύπτουν από τους ίδιους τους χαρακτήρες. Όταν το υπόβαθρό τους είναι στέρεο, αποκτούν κι εκείνοι ρόλο και λόγο στην πλοκή και κυρίως στο φινάλε.
Σε επηρεάζει η επιστημονική σου ιδιότητα όταν γράφεις ή προσπαθείς να την αφήνεις στην άκρη;
Δεν την αφήνω στην άκρη γιατί θέλω να υπάρχει συνέπεια στον τρόπο που δημιουργείται η ιστορία. Η επαφή μου με υποθέσεις βοηθάει στο να έχω μια πολύ σαφή και καθαρή εικόνα της πραγματικότητας. Ταυτόχρονα όμως, ως φιλόλογος, με ενδιαφέρει πάρα πολύ το λογοτεχνικό ύφος. Θέλω το κείμενο να παρασύρει τον αναγνώστη κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης.
Τι πιστεύεις ότι κάνει ένα αστυνομικό μυθιστόρημα να ξεχωρίζει σήμερα;
Όταν συνδυάζει μια πρωτότυπη ιδέα με μια δυνατή πλοκή που κρατά το ενδιαφέρον αμείωτο. Επίσης, ο ρεαλισμός και οι καλοδουλεμένοι χαρακτήρες.
Τελικά, πιστεύεις ότι το σκοτάδι που κρύβει μέσα του ένας άνθρωπος μπορεί να εξηγηθεί;
Η ανθρώπινη ύπαρξη είναι τόσο πολύπλοκη που είναι δύσκολο να φωτιστεί κάθε πτυχή της. Ωστόσο, αν ακολουθήσουμε τη διαδρομή ενός δράστη, την πορεία προς το έγκλημα, μπορούμε να βρούμε απαντήσεις και να κατανοήσουμε τα βαθύτερα κίνητρά του.
Το «Μια φορά και ένας φόνος» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μίνωας.