Χαμένοι στη μετάφραση… ανάμεσα στην κυπριακή και την κοινή νέα ελληνική

Λέξεις (μέσα σε φράσεις) που διαφοροποιούνται νοηματικά ανάμεσα στην κυπριακή και την κοινή νέα ελληνική ή που δεν υπάρχουν σε μία από τις δύο.

Το άρθρο ετοιμάστηκε με τη βοήθεια του Γλωσσολόγου, Δρα Σπύρου Αρμοστή.


Επέτασα / επέταξα vs πέταξα

Στα κυπριακά, το «πετάσσω» (αόριστος «επέταξα») σημαίνει ρίχνω κάτι, ενώ το «πετώ» (αόριστος «επέτασα») σημαίνει είτε ίπταμαι είτε κάνω κάτι να ίπταται. Και τα δύο ρήματα έχουν τη μορφή «πετώ» (αόριστος «πέταξα») στην κοινή.


κούπα~κούππα

Στα κυπριακά, η «κούπα» είναι το γνωστό κυπριακό έδεσμα με πουρκούριν (πλιγούρι) και κεϊμάν (κιμά). Στην κοινή η «κούπα» είναι (κυρίως) το ποτήρι, κύπελλο, στο οποίο μπορεί να πίνουμε π.χ. καφέ ή κρασί.

15942294_1189412827839956_845532309_n-1.jpg

κυπριακά: «μιαν κούππαν κρασίν»

κοινή: «μιαν κούπα κρασί»

Αν ο γιατρός πει ότι δικαιούμαστε μόνο μια κούπα κρασί την ημέρα, τότε στην Κύπρο θα καταλάβουν ότι θα πίνεις ένα μπολ κρασί, ενώ στην Ελλάδα ένα ποτήρι κρασί. Κούππα στην Κύπρο είναι ένα ημισφαιρικό δοχείο π.χ. για να βάζουμε μέσα σαλάτα, φρούτα κ.λπ.


καφέ ~ καφές ~ κκαφέ

κυπριακά: «Πάμεν για καφέν εις το καφέ κκαφέ;»

κοινή: «Πάμε για καφέ στο καφέ καφέ;»

Στα κυπριακά, το κκαφέ είναι ο τόπος συνεστίασης για ροφήματα καφέ και ξεχωρίζει φωνητικά από τον καφέν (αιτιατική της λέξης «καφές») αλλά και από το «καφέ» χρώμα. Στην κοινή και τα τρία προφέρονται το ίδιο: καφέ.


άλλαξε vs άλλαξεν

κυπριακά: «άλλαξε αυτοκίνητον» vs «άλλαξεν αυτοκίνητον»

κοινή: «άλλαξε αυτοκίνητο»

Ένα στερεότυπο για τα κυπριακά που ακούγεται στην Ελλάδα είναι πως έχουν πολλά τελικά νι. Όμως έχουν τη λειτουργία τους. Π.χ. αν κάποιος «άλλαξεν αυτοκίνητον», χρειάζεται το τελικό του νι στο ρήμα, διαφορετικά μετατρέπεται σε προστακτική: «άλλαξε αυτοκίνητον». Στην κοινή και τα δύο έχουν τη μορφή «άλλαξε αυτοκίνητο».


έφτυσεν του vs έφτυσεν τον

κυπριακά: «έφτυσεν του» vs «έφτυσεν τον»

κοινή: «τον έφτυσε»

Η φράση «φτύνω κάποιον» με την έννοια «απορρίπτω κάποιον» είναι μια μεταφορά που δανείστηκε η κυπριακή από την κοινή. Στην κοινή, η κυριολεκτική σημασία της φράσης (δηλαδή η εκτίναξη σάλιου προς κάποιον) είναι και πάλι «φτύνω κάποιον». Στα κυπριακά, η κυριολεκτική αυτή χρήση είναι με γενική, δηλαδή «φτύννω κάποιου», που τη διαφοροποιεί από τη μεταφορική χρήση «φτύννω κάποιον». Γενικά, στα κυπριακά η παραγωγή υγρών, στερεών ή αερίων από το ανθρώπινο σώμα, όταν προορίζονται προς άλλο άτομο συντάσσονται με γενικά (ενώ στην κοινή όλα αυτά -είτε κυριολεκτικά είτε μεταφορικά- συντάσσονται πάντα με αιτιατική).


πυτώ vs ???

κυπριακά: «πυτώ»

κοινή: «error #404: word not found!»

Το «πυτώ» της κυπριακής δεν έχει μία λέξη αντίστοιχη στην κοινή, γι’ αυτό πολλές φορές ομιλητές της κυπριακής δυσκολεύονται να μεταφράσουν το «πυτώ» στην κοινή. Στα κυπριακά σημαίνει «κάνω κάποιο υγρό να εξέλθει πεπιεσμένα». Στην κοινή αυτό αποδίδεται διαφορετικά ανάλογα με την περίσταση. Όταν π.χ. «πυτώ νερόν πάνω στα λουλλούθκια», θα έλεγαν «ψεκάζω τα λουλούδια με νερό» (ενώ στα κυπριακά, το «ψεκάζω» αναφέρεται μόνο στη χρήση χημικών). Όταν «πυτάς άρωμαν», στην κοινή «βάζεις άρωμα». Όταν το μωρό «πυτά το κκέτσ̆απ πάνω στην μάμμαν του», στην κοινή μάλλον «πετά»/«πιέζει» το κέτσαπ;


ανιψ̆ιότεκνη vs η κόρη του ξαδέλφου

κυπριακά: «ανιψ̆ιότεκνη»

κοινή: «η κόρη του ξαδέλφου»

Στα κυπριακά «ανιψ̆ιός» είναι ο ξάδελφος. Αυτό που λένε «ανιψιός» στην κοινή, στα κυπριακά λέγεται «αρφότεκνος». Τώρα ο γιος και η κόρη ενός ξαδελφιού μου, στα κυπριακά λέγεται μονολεκτικά ανιψ̆ιότεκνος και ανιψ̆ιότεκνη αντίστοιχα —στην κοινή δεν υπάρχει μία λέξη για αυτά. Στα κυπριακά μπορεί να μιλάμε και για δευτεροανιψ̆ιότεκνους αν μιλάμε για παιδιά δεύτερου ξαδελφιού.

αρέσκει vs αρέσει

κυπριακά: «Αν σου αρέσκει, να σου το γοράσω.» vs «Αν σου αρέσει, να σου το γοράσω.»

κοινή: «Αν σου αρέσει, να σου το αγοράσω.»

koritisi-paixnidia-katastima.jpg

Στα κυπριακά όταν μια μητέρα πει στο παιδί της «Αν σου αρέσκει, να σου το γοράσω» προϋποτίθεται πως το παιδί γνωρίζει από πριν τι του αρέσει και τι όχι. Αν πει «Αν σου αρέσει, να σου το γοράσω», τότε προϋποτίθεται πως το παιδί κάπως θα δοκιμάσει κάτι και εάν και εφόσον του αρέσει, θα του το αγοράσει. Στην κοινή και τα δύο έχουν την ίδια μορφή: «Αν σου αρέσει, να σου το αγοράσω».


εψές vs εχτές

Στα κυπριακά «εψές» σημαίνει «χθες βράδυ». Στην κοινή αντί για «εψές» λένε «χθες βράδυ». Στην κοινή κάποτε υπήρχε το «εψές» με την ίδια έννοια, αλλά πλέον δεν χρησιμοποιείται, οπότε οι ομιλητές της κοινής θεωρούν ότι είναι συνώνυμο με το «εχτές». Οπότε μπορεί μια ομιλήτρια της κυπριακής να πει σε μια άλλη της κοινής «Πού ήσουν εψές κατά τες 10;» και η ομιλήτρια της κοινής να απαντήσει «Στις 10 το πρωί ή το βράδυ;», κάτι φυσικά που θα αφήσει την ομιλήτρια της κυπριακής σε μεγάλη απορία και έκπληξη.


εν vs έντžε

κυπριακά: «—Εν’ εσύ που μου έφαες την σ̆οκολάταν μου; —Εν την έφα εγώ.» vs «—Ξέρεις ποιος έφαεν την σ̆οκολάταν μου; —Εντžε έφα την εγώ!»

κοινή: «—Δεν την έφαγα εγώ» vs «Μη νομίσεις ότι την έφαγα εγώ!»

Στα κυπριακά υπάρχουν δύο είδη αρνήσεως. Το «εν» που αντιστοιχεί στο «δεν» της κοινής και το οποίο σημαίνει απλώς άρνηση μιας πρότασης: έφα ≠ εν έφα. Στα κυπριακά μπορούμε να αρνηθούμε και πράγματα που δεν έχουν λεχθεί, αλλά υπονοούνται (ή νομίζουμε ότι υπονοούνται)· αυτό το κάνουμε με το «έντžε». Π.χ., αν κάποιος μας ρωτήσει αν ξέρουμε ποιος έφαγε τη σοκολάτα του, μπορεί να απαντήσουμε «Εντžε έφα την εγώ!» αρνούμενοι το υπονοούμενο πως εμείς τη φάγαμε. Έτσι και όταν λέμε «εγώ έντžε!» (σκέτο) λέμε ουσιαστικά ότι αρνούμαστε το οτιδήποτε μπορεί να έχει υπονοηθεί για το άτομό μας.



αγγουράκιν vs αγγούρι

κυπριακά: «Να μου βάλετε τυρίν, τομάταν τζ̆αι αγγουράκιν.»

κοινή: «Να μου βάλετε τυράκι, ντοματούλα και αγγούρι.»

img_4894.jpg

Όταν δίνεις οδηγίες, ζητάς κάτι ή δίνεις εντολές, υπάρχουν διάφοροι τρόποι να μην ακουστούμε αγενείς. Στην κοινή ένας τρόπος που χρησιμοποιείται είναι ο υποκορισμός. Π.χ., όταν σου πουν να τους πάρεις ένα γαλατάκι, γάλα εννοούν, απλώς σου το λένε πιο ευγενικά για να μη φανεί ότι ζητούν πολλά. Στα κυπριακά ο υποκορισμός είναι πιο κυριολεκτικός, αφού γαλατάκι σημαίνει μικρό γάλα και συνήθως με γεύση σοκολάτας ή μπανάνας. Λαμπρή εξαίρεση είναι το αγγούρ(ακ)ι! Στα κυπριακά το αγγούρι χρησιμοποιείται περισσότερο π.χ. σε εκφράσεις όπως «έσ̆ει αγγούριν», ενώ όταν αναφερόμαστε στο σαλατικό, συνήθως το λέμε «αγγουράκιν». Στην κοινή το λένε αγγούρι κανονικά και… ανερυθρίαστα!


γάμα vs γάμμα

κυπριακά: «γάμμα» vs «γάμα»

κοινή: «γάμα»

Στα κυπριακά, αν προφέρεις διπλό «μμ» στη λέξη «γάμμα», μιλάς για το τρίτο γράμμα του αλφαβήτου· αν το προφέρεις με ένα «μ» τότε είναι η προστακτική συγκεκριμένου ρήματος. Στην κοινή και τα δύο προφέρονται με ένα «μ» και πλέον γράφονται το ίδιο.


ένουν vs ένι

κυπριακά: «Ξέρεις πού ένουν» vs «Ξέρεις πού ένι;»

κοινή: «Ξέρεις πού είναι;»

Αυτό δεν ισχύει για όλους τους ομιλητές της κυπριακής, αλλά για όσους ισχύει, το ρήμα «είμαι» ξεχωρίζει ανάμεσα στο γʹ ενικό και γʹ πληθυντικό. Π.χ. αν ψάχνεις για τα κλειδιά σου, θα ρωτήσεις «πού ένουν» (ή «πού ένουσιν»), ενώ αν ψάχνεις για το ρολόι σου θα ρωτήσει «πού ένι». Στην κοινή είναι και τα δύο «πού είναι».

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ