Μηνυτήρια αναφορά κατά του Έλληνα Υπουργού Δικαιοσύνης για δημόσια υποκίνηση σε μίσος και διασπορά ψευδών ειδήσεων

Μετά τις δηλώσεις του πως όσα παιδιά δεν μεγαλώνουν σε οικογένεια με δύο ετερόφυλους γονείς αντιμετωπίζουν εμπόδια και εν τέλει εκπτώσεις στη ψυχοσυναισθηματική τους ανάπτυξη, κατατέθηκε μήνυση εναντίον του.

Τη μηνυτήρια αναφορά κατά του υπουργού Δικαιοσύνης, κ. Τσιάρα, ο οποίος με τις δηλώσεις του ξεσήκωσε τη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα της χώρας αλλά και κάθε λογικά σκεπτόμενο άνθρωπο, υπέβαλε το Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι και συγκεκριμένα ο εκπρόσωπος του παρατηρητηρίου, Παναγιώτης Δημητράς.

Σύμφωνα με τις δηλώσεις του υπουργού, τα παιδιά που μεγαλώνουν με γονείς διαφορετικών φύλων έχουν λιγότερες πιθανότητες για «παρεκκλίσεις» και λιγότερες πιθανότητες για ψυχολογικά προβλήματα.




Η επίμαχη δήλωση:

«Και θα πω αυτό που έπρεπε να πω από την πρώτη στιγμή: όλες οι επιστημονικές μελέτες κατατείνουν στο γεγονός ότι τα παιδιά που μεγαλώνουν με τη φυσική παρουσία και των δύο φύλων και των δύο γονέων, είναι παιδιά με λιγότερα ψυχολογικά προβλήματα, είναι παιδιά με μικρότερες ή καθόλου παρεκκλίσεις, είναι παιδιά που προσαρμόζονται με πολύ μεγάλη ευκολία σε μια σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα» δήλωσε χαρακτηριστικά ο υπουργός Δικαιοσύνης σε παρέμβασή του στην τηλεόραση.


Αναλυτικά η μηνυτήρια αναφορά:

Κύριο Βασίλη Πλειώτα

Εισαγγελέα Αρείου Πάγου

Μηνυτήρια αναφορά για δημόσια υποκίνηση σε ομοερωτοφοβικές διακρίσεις και μίσος και διασπορά ψευδών ειδήσεων από Υπουργό Δικαιοσύνης

3 Φεβρουαρίου 2021

Κύριε Εισαγγελέα

Σας επισυνάπτουμε τις καταδικαστικές ανακοινώσεις της “Δράσης Αστυνομικών για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου“, του “Orlando LGBT+“, επιστημονικού φορέα που ασχολείται εξειδικευμένα με την ψυχική υγεία των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων, του Σωματείο Υποστήριξης Διεμφυλικών (Σ.Υ.Δ.) και του Γιάννη Ιωαννίδη, Α’ Αντιπροέδρου της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, αναφορικά με τις προσβλητικές ομοερωτοφοβικές δηλώσεις με διασπορά ψευδών ειδήσεων του Υπουργού Δικαιοσύνης Κώστα Τσιάρα. Οι δηλώσεις αυτές έχουν τη μέγιστη δυνατή βαρύτητα καθώς έγιναν από τον προϊστάμενο του Υπουργείου που έχει θεσμικά την ευθύνη της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της καταπολέμησης των διακρίσεων και ο οποίος έτσι, αντίθετα, προτρέπει ο ίδιος σε διακρίσεις και σε μίσος, στη διαιώνισή τους και στην καταπάτηση των ισότιμης πρόσβασης των ΛΟΑΤΚΙ+ πολιτών στη γονεϊκότητα. Οι δηλώσεις του, επιπλέον, ερχόμενες σε αντίθεση με το σύνολο των γνωστών επιστημονικών ερευνών για το θέμα, είναι και δολίως ψευδείς. Η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται σε σας για να διαβιβαστεί αμελλητί στη Βουλή όπως προβλέπει το Σύνταγμα.

Υπενθυμίζεται σχετικό, ως προς το σκέλος της ρητορικής μίσους, απόσπασμα της πρόσφατης απόφασης ΑΠ 858/2000 (που επικύρωσε την καταδίκη του Μητροπολίτη Αμβρόσιου) για το άρθρο 1 Ν. 927/79 (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας): “Με τη διάταξη αυτή προβλέπεται το τιμωρούμενο σε βαθμό πλημμελήματος έγκλημα της δημόσιας προκλήσεως σε πράξεις δυνάμενες να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος και βία κατά προσώπων εκ μόνου του λόγου του προσδιορισμού τους από το σεξουαλικό προσανατολισμό τους. Η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού πληρώνεται όταν κάποιος δημόσια προτρέπει άλλον ή άλλους σε πράξεις ή ενέργειες που μπορούν να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος ή βία εναντίον των ως άνω προσώπων. Η “προτροπή” αυτή πρέπει να είναι δημόσια, με την έννοια ότι μπορεί να εισακουστεί και να επηρεάσει οποιονδήποτε δέκτη, ανεξαρτήτως αν τελείται σε δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο με δημόσιο ή ιδιωτικό μέσο, οπωσδήποτε μπορεί να συμβεί μέσω του διαδικτύου. Δεν συνιστά “προτροπή” η απλή έκφραση γνώμης, κριτικής έστω δυσάρεστης ή επικριτικής για τα ως άνω πρόσωπα. Η “προτροπή” ενέχει παρότρυνση, παρόρμηση, διέγερση, ενθάρρυνση και παρακίνηση για την τέλεση ενεργειών, προϋπόθεση που δεν συντρέχει όταν αποβλέπει κάποιος με αυτή στην αποδοχή και μόνον των απόψεών του.

Οι πράξεις και οι ενέργειες, στις οποίες προτρέπει το υποκείμενο του εγκλήματος, πρέπει να είναι ικανές και πρόσφορες να προκαλέσουν “διακρίσεις, μίσος ή βία”, χωρίς να απαιτείται και να προκληθούν. Το αποτέλεσμα της πρόσφορης πρόκλησης “διακρίσεων, μίσους, βίας”, πρέπει να έχει ως μοναδική αιτία και λόγο και να συνδέσει αποκλειστικά με τα ως άνω πρόσωπα που διαχωρίζονται από την σεξουαλική τους προτίμηση, στα οποία περιλαμβάνονται οι ομοφυλόφιλοι, οι οποίοι έλκονται ερωτικά από τα άτομα του ιδίου φύλου. Η υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης αυτής πράξης πληρώνεται με τη γνώση και θέληση των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης, κατ’ άρθρο 27 παρ.1 Π.Κ. (βλ. και Ολ. Α.Π.3/2010). Το έννομο αγαθό που προστατεύεται με τις διατάξεις του ν. 927/1979 είναι το και συνταγματικά, άλλωστε, κατοχυρωμένο, δικαίωμα κάθε Έλληνα προς ίση μεταχείριση, ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του και απαγόρευση κάθε διάκρισης που αφορά το άτομό του (άρθρα 4 παρ.1 και 5 παρ.1 και 2 του Συντάγματος).

Αλλά και στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ) ισχύει η απαγόρευση διακρίσεων κατά την απόλαυση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται και προστατεύονται από τη Σύμβαση (βλ. άρθρο 14 αυτής, σε συνδ. άρθρο 28 παρ.1 Συντάγματος). Από άποψη ουσιαστικής εγκληματικής απαξίας που στηρίζει την ποινική κύρωση, θα μπορούσε να λεχθεί ότι η διάταξη προστατεύει και αυτή ταύτη τη “δημόσια ευταξία ή τάξη”, αφού ο ρατσιστικός λόγος ή λόγος του μίσους αποτελεί μια κατάσταση που εγκυμονεί κινδύνους για τα ατομικά έννομα αγαθά των μελών της κοινωνίας και ειδικά των μελών εκείνων των πληθυσμιακών ομάδων, τις οποίες στοχοποιεί. Επισημαίνεται ότι οι διακρίσεις και η κοινωνική περιθωριοποίηση αφορούν όλους αφού πλήττουν στον πυρήνα της την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και συρρικνώνουν την έννοια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.”

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ