Το Σάββατο θρηνούσαμε. Την Κυριακή γελούσαμε.

Η πιο αποκρουστική εικόνα αυτού του σαββατοκύριακου δεν ήταν ούτε τα συντρίμμια ενός σκάφους στα βράχια του Κάβο Γκρέκο ούτε ένα πλοίο που χάθηκε στα νερά ανοιχτά της Κερύνειας...

Article featured image
Article featured image

Τον τελευταίο καιρό αποφεύγω συνειδητά να τοποθετούμαι δημόσια. Όχι γιατί δεν έχω άποψη ή γιατί ξαφνικά έπαψαν να υπάρχουν πράγματα που με θυμώνουν, αλλά γιατί το σώμα μου έχει αρχίσει πλέον να αντιδρά σχεδόν αντανακλαστικά σε κάθε είδηση που ξέρω εκ των προτέρων ότι, με τον τρόπο που θα μεταφερθεί και θα αναπαραχθεί, θα ξεσηκώσει το μένος μιας χούφτας ηλιθίων, ανθρώπων που το μόνο μέρος που γνωρίζουν πραγματικά καλά είναι η χούφτα τους και που, κάποιες φορές, απορείς όχι μόνο με το πώς κατάφεραν εξελικτικά να σταθούν στα δύο τους πόδια, αλλά και με το πώς βρέθηκαν ξαφνικά με ένα κινητό στο χέρι και την πεποίθηση ότι ολόκληρος ο κόσμος περιμένει να ακούσει τι έχουν να πουν.


Συνήθως λοιπόν επιλέγω να μην κοιτάζω. Να διαβάζω την είδηση και να σταματώ εκεί, χωρίς να κάνω εκείνη την καταραμένη κίνηση προς τα κάτω που ξέρεις ήδη πού θα σε οδηγήσει, γιατί υπάρχει ένα σημείο πέρα από το οποίο δεν ενημερώνεσαι πλέον για το τι συμβαίνει γύρω σου, αλλά για το πόσο χαμηλά μπορεί να κατέβει ένας άνθρωπος όταν αισθανθεί ότι η οθόνη τού προσφέρει αρκετή απόσταση και ασφάλεια. Αυτό το σαββατοκύριακο, όμως, ήταν δύσκολο να μη δεις, και ακόμη δυσκολότερο να κάνεις πως δεν είδες.


Το Σάββατο, η Κύπρος θρήνησε τον άδικο χαμό του Ντίμη Μαυρόπουλου, ενός ανθρώπου που έχασε τη ζωή του στη θάλασσα, όταν το σκάφος στο οποίο επέβαινε βρέθηκε αντιμέτωπο με τις ακραίες καιρικές συνθήκες στο Κάβο Γκρέκο. Η είδηση ταξίδεψε σε ολόκληρη την Κύπρο, μαζί με τις εικόνες από το σημείο, τις πληροφορίες για τις συνθήκες της τραγωδίας και τις αναφορές στη ζωή και την πορεία ενός ανθρώπου ιδιαίτερα γνωστού και αγαπητού. Ήταν ένας ξαφνικός, βίαιος θάνατος και, όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, ακόμη κι εκείνοι που δεν τον γνώριζαν προσωπικά μπορούσαν να αντιληφθούν το αυτονόητο: κάπου υπήρχαν άνθρωποι που μέσα σε λίγες στιγμές έχασαν έναν δικό τους άνθρωπο. Και πολύ σωστά συγκινηθήκαμε. Πολύ σωστά θρηνήσαμε. Πολύ σωστά αισθανθήκαμε εκείνο το σφίξιμο που προκαλεί η σκέψη ότι κάποιος ξεκίνησε τη μέρα του χωρίς να γνωρίζει ότι δεν θα επιστρέψει ποτέ στο σπίτι του.


Μόνο που πριν περάσουν καλά-καλά είκοσι τέσσερις ώρες η ίδια αυτή θάλασσα έφερε μια δεύτερη τραγωδία, αυτήν τη φορά στα ανοιχτά της Κερύνειας, με ένα επιβατικό πλοίο γεμάτο ανθρώπους να ανατρέπεται, με οικογένειες να περιμένουν νέα, τραυματίες, νεκρούς και αγνοούμενους. Θα περίμενε κανείς ότι, έχοντας ακόμη νωπή την προηγούμενη τραγωδία, θα ήταν σχεδόν αδύνατον να αντιμετωπίσουμε αυτή τη δεύτερη με οτιδήποτε άλλο εκτός από φρίκη, λύπη και εκείνο το πολύ βασικό ανθρώπινο αντανακλαστικό που σε κάνει να εύχεσαι να βγουν όσο περισσότεροι γίνεται ζωντανοί από το νερό.


Αλλά όχι. Γιατί αυτή τη φορά οι άνθρωποι που βρίσκονταν μέσα στο νερό ήταν Τούρκοι και Τουρκοκύπριοι και, κάπως έτσι, ένα κομμάτι της ελληνοκυπριακής κοινωνίας κατάφερε μέσα σε λιγότερο από ένα εικοσιτετράωρο να μετακινηθεί από τη συλλογική θλίψη στη χαιρεκακία, να αντιμετωπίσει μια είδηση με νεκρούς, τραυματίες και αγνοούμενους σαν κάτι που επιτρέπει γέλιο, ειρωνεία και ευχές για ακόμη περισσότερο θάνατο, λες και η θάλασσα την Κυριακή είχε ξαφνικά αποκτήσει στρατόπεδα, σύνορα και εθνικότητα.


Δεν χρειάζεται, βέβαια, να κάνουμε καμία πολιτική ανάλυση για να καταλάβουμε τι ακριβώς συνέβη. Το Σάββατο ένας άνθρωπος πνίγηκε και λυπηθήκαμε επειδή ήταν «δικός» μας, ενώ την Κυριακή άνθρωποι πνίγηκαν και κάποιοι χάρηκαν επειδή πρώτα τους είπαν τι ήταν και μετά τους επέτρεψαν να αποφασίσουν αν δικαιούνται να τους θεωρήσουν ανθρώπους.


Δεν υπάρχει εδώ καμία απαίτηση να ξεχάσει κανείς την Ιστορία αυτού του τόπου, ούτε να σβήσει την εισβολή, την κατοχή, τους νεκρούς, τους αγνοούμενους, τους πρόσφυγες, τις περιουσίες ή όλα όσα εξακολουθούν να αποτελούν ανοιχτή πληγή για χιλιάδες ανθρώπους. Το να μη χαίρεσαι όμως επειδή ένας άγνωστος άνθρωπος πνίγηκε δεν είναι πολιτική θέση, δεν είναι δήλωση για το Κυπριακό, δεν είναι συμφιλίωση, υποχώρηση ή αναθεώρηση της Ιστορίας. Είναι το χαμηλότερο δυνατό όριο ανθρώπινης αξιοπρέπειας και, αν έχουμε φτάσει στο σημείο να χρειάζεται να το εξηγούμε, τότε μάλλον έχουμε πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα από αυτό που νομίζουμε.


Γιατί στη θάλασσα δεν υπάρχει «δικός μας» και «δικός τους». Υπάρχει ένας άνθρωπος που δεν μπορεί να αναπνεύσει, ένας άλλος που προσπαθεί να κρατηθεί από κάτι, ένας γονιός που ψάχνει το παιδί του και, κάπου στη στεριά, κάποιος που περιμένει ένα τηλέφωνο και προσεύχεται να μη χτυπήσει για τον λάθος λόγο. Κανείς από αυτούς δεν φοβάται διαφορετικά επειδή μιλά τουρκικά, κανείς δεν πονά λιγότερο επειδή γεννήθηκε στην άλλη πλευρά ενός οδοφράγματος και καμία μάνα δεν χρειάζεται μετάφραση για να καταλάβεις τι σημαίνει όταν της ανακοινώνουν ότι το παιδί της δεν θα επιστρέψει.


Ίσως γι' αυτό η πιο αποκρουστική εικόνα αυτού του σαββατοκύριακου να μην ήταν τελικά ούτε τα συντρίμμια ενός σκάφους στα βράχια του Κάβο Γκρέκο ούτε ένα πλοίο που χάθηκε στα νερά ανοιχτά της Κερύνειας, αλλά η ευκολία με την οποία μέσα σε λίγες ώρες μπορέσαμε να περάσουμε από το «τι τραγωδία» στο «καλά να πάθουν», απλώς και μόνο επειδή άλλαξε η ταυτότητα των ανθρώπων που βρίσκονταν μέσα στη θάλασσα.


Aν χρειάζεσαι πρώτα να μάθεις την εθνικότητα ενός νεκρού για να αποφασίσεις αν ο θάνατός του είναι τραγωδία ή λόγος για να χαμογελάσεις, τότε ίσως δεν έχει και τόση σημασία τι γράφει η ταυτότητά του. Γιατί το μόνο πράγμα που έχει ήδη αποκαλυφθεί είναι τι γράφει η δική σου.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Article featured image

Μετά τους γάμους ομόφυλων ζευγαριών, σειρά έχουν οι κομμουνισταί

Article featured image

Δεν καταλαβαίνω την έκρηξή σας;

Article featured image

άνω τελεία*