Η χαρά της απενοχοποίησης μιας γλώσσας [την λες και διάλεκτο]

Πέραν από την χαρακτηριστική ντοπιολαλιά της μακαρίτισσας της γιαγιάς μου -δεν θα ξεχάσω ποτέ που απαντούσε στο τηλέφωνο με το «πκιος μιλά;»- απολάμβανα πολύ και τις λέξεις που έλεγε και για χρόνια δεν μπορούσα να καταλάβω τι σημαίνουν.

Για αδιευκρίνιστο λόγο, αρνιόμουν κιόλας να ρωτήσω για να μάθω τη σημασία ή την ετυμολογία τους. Ήτανε λες και μάθαινα μια ξένη γλώσσα, τα Μαραθεύτικα, τόσο ωραίο ήτανε.

 

Ακόμα ηχεί στ’ αυτιά μου εκείνο το «σύστειλε το γιε μου» ή το άλλο το πολύ ποιητικό «τζιαμπροού» που χρησιμοποιεί και ο Β. Μιχαηλίδης στην «Χιώτισσα».

Θησαυροί ανεκτίμητοι. Λέξεις τις οποίες η γιαγιάδες και οι παππούδες μας χρησιμοποιούσαν στην καθημερινότητα τους για να επικοινωνήσουν και οι οποίες σήμερα έχουν σχεδόν εξαφανιστεί από το λεξιλόγιό μας το οποίο όλο και συρρικνώνεται.

Στο σχολείο δεν μας μαθαίνουν τη διάλεκτο -εκτός από απειροελάχιστα αποσπάσματα της ποίησης των Μιχαηλίδη, Λιπέρτη και Μόντη-, σε κοινωνικό επίπεδο μάς έχουν γεμίσει ενοχές, στο σπίτι ο ένας γονιός κάνει παρατήρηση στον άλλο γονιό γιατί δεν μιλάει, λέει, στο μωρό σωστά ελληνικά και θα έχει πρόβλημα στο σχολείο. Λες και στο διάλειμμα, το παιδί δεν θα χρησιμοποιεί την κυπριακή διάλεκτο για να επικοινωνήσει με τα άλλα πιτσιρίκια…

Με όλα αυτά και επειδή αγαπώ πολύ τη διάλεκτο, χάρηκα και χαίρομαι που σχεδόν 2500 από τους αναγνώστες της City, από όσους έχουν δει μέχρι στιγμής το βίντεο με τίτλο «Ομιλείτε Κυπριακά;» στις «Κουβέντες του καφενέ», πάτησαν Share, προφανώς γιατί αυτά που άκουσαν από ένα γλωσσολόγο και ένα φιλόλογο, είτε τους βρίσκουν απόλυτα σύμφωνους και άρα τους έκαναν να χαμογελάσουν είτε τους βοήθησαν να απενοχοποιήσουν εν τέλει την πανέμορφη από κάθε άποψη κυπριακή διάλεκτο και να ξεπεράσουν τα όποια ενοχικά σύνδρομα.

Ούτε χωρκάτικα είναι τα κυπριακά, ούτε μπανάλ, ούτε αγένεια είναι να μιλά κανείς στη διάλεκτο, ούτε φυσικά λάθος ελληνικά. Στην Κύπρο είμαστε, οπότε καλό είναι να αφηνόμαστε για να εκφραστούμε ελεύθερα.


ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ