07:15

Εφτά και τέταρτο το πρωί. Παραλιακός δρόμος, στο δρομολόγιό του για τη δουλειά. Το πρωί δεν ακολουθεί άλλο δρόμο. Μόνο τον παραλιακό. Είναι ο αγαπημένος του και μπαίνει σ’ αυτόν τη σωστή ώρα. Εφτά και τέταρτο το πρωί.

Σεπτέμβρης. Τα πρωινά δρόσισαν. Οδηγούσε και παρατηρούσε τις  ηλιαχτίδες που χτυπούσαν στις λαμαρίνες των πλοίων. Τα πλοία στο αγκυροβόλιο φαίνονται σαν ψεύτικα, το πρωί, όταν τα χτυπάνε οι ηλιαχτίδες. Η θάλασσα κατά τόπους λαμπύριζε. Δεν κυμάτιζε σχεδόν καθόλου.

Οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα στην αριστερή λωρίδα, με ανοιχτό το παράθυρο. Πάντα ανοίγει τα παράθυρα στον παραλιακό δρόμο. Πάντα. Να μπαίνει η αύρα και να κατακλύζει την καμπίνα του αυτοκινήτου. Να μυρίζει, να ανασαίνει. Να παίρνει κουράγιο. Για να βλέπει καλύτερα και για να ακούει. Τα τζιτζίκια σώπασαν με τον Σεπτέμβρη.

Στο φανάρι σταμάτησε. Κόκκινο. Κοίταξε έξω. Άνθρωποι κολυμπούσανε κι άλλοι απλώς πλατσούριζαν. Άνδρες και γυναίκες βάδιζαν χαλαρά κουβεντιάζοντας και άλλοι περπατούσαν χωρίς να κουβεντιάζουν. Ένα ζευγάρι κατάξανθων έκανε ρόλερ-σκέιτ. Αυξήθηκαν τα ποδήλατα μα οι περισσότεροι κάνουν τζόκιν τα πρωινά. Τους πλείστους τους αναγνωρίζει. Τους συναντά καθημερινά στο άτυπο ραντεβού τους. Εφτά και τέταρτο το πρωί.

Εν αναμονή του σηματοδότη να πρασινίσει, τον προσπέρασε ένα κορίτσι το οποίο έτρεχε στον ποδηλατόδρομο. Γρήγορα πόδια και στιβαρό πάτημα. Αεράτη, μελαχρινή και με μια αλογοουρά δεμένη ψηλά. Στα αυτιά της είχε ακουστικά. Φορούσε ένα μαύρο, ελαστικό, αθλητικό παντελονάκι το οποίο κολάκευε τα γυμνασμένα της οπίσθια.

Πράσινο. Άφησε τον συμπλέκτη και πάτησε με σύνεση το γκάζι, συνεχίζοντας το δρομολόγιό του. Στο επόμενα φανάρια, κόκκινο. Πάλι. Δεξιά του ο ζωολογικός κήπος της πόλης. Αριστερά η θάλασσα, ο ποδηλατοδρόμος, ο πεζόδρομος. Η χαρά. Το κορίτσι με την ωραία αλογοουρά, συνέχιζε το τροχάδην με γρήγορο ρυθμό. Τον έφτασε. Καθώς χάζευε το ωραίο της στυλ, είδε και το ποδήλατο. Από την αντίθετη, πήγαινε κατά πάνω της. Άφησε ένα «ωχ» στην καμπίνα του αυτοκινήτου. Δεν τον άκουσε κανείς. Ο ποδηλάτης προσπάθησε να την αποφύγει. Και το κορίτσι προσπάθησε να τον αποφύγει. Δίχως αποτέλεσμα. Το κορίτσι συγκρούστηκε με το ποδήλατο. Ή το ποδήλατο συγκρούστηκε με το κορίτσι; Ο γκριζομάλλης, πενηνταπεντάρης, ποδηλάτης βρέθηκε στο παρτέρι με τα λουλούδια και τα καλλωπιστικά φυτά. Δεν ήταν κανέναν φοβερό, άσχημο πέσιμο αλλά δεν έπαυε από το να ήταν ένα πέσιμο με ποδήλατο.

Το κορίτσι σταμάτησε. Έδωσε στον ποδηλάτη το χέρι, τον ρώτησε αν ήταν καλά. Εκείνος έβαλε τις φωνές. Ούρλιαζε και κουνούσε τα χέρια του σαν τη Μαρινέλλα επί σκηνής. Το κορίτσι ζήτησε συγγνώμη, έδειχνε ενδιαφέρον μα εκείνος συνέχιζε τα δικά του. Έβαλε τα ακουστικά της και έκανε να ξεκινήσει και πάλι το τροχάδην της. «Να μας σκοτώσεις ρε τσουλί;» της φώναξε εν κατακλείδι. Κοντοστάθηκε το κορίτσι με την αλογοουρά. Έβγαλε τα ακουστικά. «Συγγνώμη;» τον ρώτησε με τσαμπουκά.

Με το δεξί κρατούσε το τιμόνι και με το άλλο τον μοχλό των ταχυτήτων. Ήθελε να πει στον γκριζομάλλη πενηνταπεντάρη ποδηλάτη πως αυτά συμβαίνουν. Πως είναι κρίμα να αρχινάνε με τέτοιο τρόπο οι μέρες των ανθρώπων και πως, στην τελική, δεν μιλάνε έτσι σε ένα κορίτσι. Έστω κι αν έτρεχε στον λάθος δρόμο.

Δεν άνοιξε το στόμα του. Έβαλε πρώτη. Είχε ανάψει το πράσινο, άργησε να εκκινήσει κι ο οδηγός του πίσω αυτοκινήτου -μάλλον- βιαζόταν. Τον είχε κουφάνει με την κόρνα του. Εφτά και τέταρτο το πρωί.


ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ