Ντρέπομαι… Charlie

Καθώς αφήνω την μικρή στο σχολείο, ακούω γονείς και παππούδες να συζητούν για το χθεσινό μακελειό στο Παρίσι. Πλησιάζω, στήνω αυτί, κοιτάω το πεζοδρόμιο, μη μου απευθύνει κανένας τον λόγο. Δεν έχω να προσθέσω τίποτα. Απλά ντρέπομαι. Για όλα όσα διάβασα και είδα χτες. Δεν μπορώ να εξηγήσω με απλά λόγια το λόγο γιατί, αλλά ντρέπομαι.

Ακούω κάποιους να σχολιάζουν την «προκλητικότητα» της εφημερίδας –που πιθανότατα να μην κράτησαν ποτέ στα χέρια τους- κι αυτό γιατί ο χαρακτηρισμός «προκλητική» έχει διαδοθεί δυο μέρες τώρα μέσα απ’ τα μίντια που αναμεταδίδουν την είδηση. Κάποια κυρία αρκείται στο αναμενόμενο «Μάνα μου τους καημένους τους ανθρώπους, εσκοτώσαν τους οι μουλλάες» και μια άλλη προσθέτει πως είναι πολύ περισσότερα τα παιδάκια που πεθαίνουν καθημερινά από ασιτία σε σχέση με δέκα δημοσιογράφους. Μου ήταν πάντοτε δύσκολο να καταλάβω τον τρόπο με τον οποίο κάποιοι συγκρίνουν καταστάσεις.

Επιστρέφω στο γραφείο και λαμβάνω μήνυμα από φίλη. «Τι οργανώσατε να κάνετε οι δημοσιογράφοι στην Κύπρο για τα χθεσινά; Οι Ευρωπαίοι βγήκαν στους δρόμους». Δεν έχω απάντηση να της δώσω. Καμία απάντηση. Κοιτάω μια στοίβα βιβλία που ‘χω μπροστά μου για μια έρευνα που ετοιμάζω. Κάτι σκισμένους Τσόμσκι, την ιστορία της Libération με δακτυλίδια καφέ στο εξώφυλλο, κάτι ξεχασμένα βιβλία του Ραμονέ, που ‘χω να ανοίξω δέκα χρόνια. Όλα αυτά μπροστά μου και καμία απάντηση δεν έχω να της δώσω μετά την χθεσινοβραδινή αϋπνία που με βασάνισε.

Τα μίντια στην εποχή που διανύουμε, δεν αφήνουν και πολλά στη φαντασία. Η εικόνα ενός ανθρώπου να παρακαλά για την ζωή του κι έναν άλλο από πάνω του να τον πυροβολεί ήταν αρκετή για να μην κλείσω μάτι. Οι περιγραφές στα τηλεοπτικών ρεπορτάζ, η γυναίκα με το κοριτσάκι της που άνοιξε την πόρτα της εφημερίδας στους δολοφόνους υπό την απειλή του όπλου, το σημερινό περιστατικό με την αστυνομικό που δολοφονήθηκε, η έκρηξη που ακολούθησε στο Μονρούζ, οι διαμαρτυρίες στις πόλεις της Ευρώπης, ίσως με κρατήσουν κι απόψε ξύπνια. Και ανήμπορη.   

Το χθεσινό με ξανάστειλε στην βιβλιοθήκη στα πάνω-πάνω ράφια. Προς το τέλος των σπουδών μου ήταν φρέσκο ακόμα στην αγορά το βιβλίο «The Clash of Civilizations and the Remaking of World Order». Εκείνο το διάστημα το έβρισκα κάπως υπερβολικό. Σκεφτόμουν τις μελλοντικές συγκρούσεις να ‘χουν να κάνουν με την οικονομία, το πετρέλαιο, το νερό κι άφηνα τελευταίο στην λίστα τον πολιτισμό. Νόμιζα, η αφελής, πως η σύγκρουση πολιτισμών τελείωσε, μέχρι που τα γεγονότα που ακολούθησαν του 9/11 μου απέδειξαν το αντίθετο.

Ένα απ’ τα πρώτα που μαθαίνεις ως φοιτητής δημοσιογραφίας είναι πως «Η πένα είναι πιο δυνατή από το ξίφος», φράση δανεισμένη απ’ το θεατρικό έργο «Richelieu; Or the Conspiracy», του άγγλου συγγραφέα Edward Bulwer Lytton.

Βέβαια, στις αίθουσες διαλέξεων μαθαίνεις επίσης πως η πένα έχει κι άλλες δυνατότητες. Αυτές της χειραγώγησης, της εξαπάτησης, της αποδιοργάνωσης. Όπως και να ‘χει, μέσω του γραπτού, του προφορικού, του εικονογραφημένου ή του ηχογραφημένου λόγου, όλα όσα μεταφέρουμε, δεν είναι τίποτα άλλο παρά ο τρόπος με το οποίο οι άνθρωποι εκφραζόμαστε και επικοινωνούμε.

Η λογοκρισία υπήρχε απ’ τον καιρό που οι άνθρωποι άρχισαν να επικοινωνούν. Άλλες φορές πιο έντονη κι άλλες πιο χαλαρή, ανέκαθεν υπήρχε. Απλά έχει την τάση να μεταβάλλεται, αναλόγως της ηθικής και των ιδεών που επικρατούν σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο. Η λογοκρισία ήταν, και είναι, ο τρόπος που η εξουσία συνήθιζε να ασκεί έλεγχο στην κοινωνία. Οποιεσδήποτε ‘συγγενικές’ της δράσεις, είχαν να κάνουν με βεντέτες και μαφιόζικα αλισβερίσια.

Στην εποχή της υπερπληροφόρησης, μέλη της κοινωνίας, μονάδες, παίρνουν τον ρόλο του συντονιστή, δημιουργώντας μία εκ νέου δικτατορία, αυτή του ανθρώπου προς άνθρωπο, και η οποία συνυπάρχει και εξελίσσεται μες στις δημοκρατικές κοινωνίες. Στις δυτικές κοινωνίες που καταναλώνουν το πολυδιαφημιζόμενο «personalization», χρόνια τώρα, αλλά δεν έμαθαν πώς να το χρησιμοποιούν. Που κατέληξαν να ζουν στην κρίση της ταυτότητας και των δικαιωμάτων που με τόσο κόπο κέρδισαν στο παρελθόν.

Κι οι υπόλοιποι, σκρολάρωντας και παρακολουθώντας μέσα απ’ τις οθόνες μας οτιδήποτε συμβαίνει, ή καλύτερα δημοσιοποιείται, δεν είμαστε στην τελική παρά οι ανήμποροι και οι ανέλπιδοι που παρακολουθούν σε live streaming την πραγματικότητα ως έχει εκεί έξω.

«Τι θα κάνετε οι κύπριοι δημοσιογράφοι;». Δεν ξέρω. Δεν μπορώ να ξέρω, σε μια περίοδο που τα κοινωνικά δίκτυα επιτρέπουν σ’ όλους μας να είμαστε και δημοσιογράφοι και φωτογράφοι και μάγειρες και τραγουδιστές και ηθοποιοί, σε ποιον μπορώ να σε παραπέμψω να σου δώσει την απάντηση που ψάχνεις. Το μόνο που ξέρω είναι πως στην fusional εποχή του «personalization», αυτό που περισσεύει είναι τα οργανωμένα σύνολα. Πόσο μάλλον στην χώρα μας, που ούτε την ψείρα που μας ρουφάει το αίμα δεν μπορούμε να οργανωθούμε για να την καταπολεμήσουμε.

Οι χθεσινές δολοφονίες στο 11ο διαμέρισμα της γαλλικής πρωτεύουσας δεν αφορούν μόνο σ’ ένα -ακόμα- τρομοκρατικό κτύπημα. Αντικατοπτρίζουν την ευκολία με την οποία ο καθένας ξυπνά και θέλει [και μπορεί μέσω της τεχνολογίας] να είναι τραγουδιστής, σεφ, φωτογράφος και δημοσιογράφος. Με την ίδια ευκολία λοιπόν, ξυπνάει και είναι τρομοκράτης και δικτάτορας. Γιατί έτσι. Γιατί μπορεί. Γιατί κάτι δεν του άρεσε στο Τουίτερ, κάτι δεν του γέμισε το μάτι στο εξώφυλλο ενός περιοδικού, κάποιος είπε κάτι που προσέβαλε τις προσωπικές του ιδέες και πεποιθήσεις.

Σε συνέντευξή του ο Στεφάν Σαρμπονιέ, ο διευθυντής της Charlie Hebdo που δολοφονήθηκε χθες, δήλωσε στον δημοσιογράφο Στέλιο Κούλογλου το 2012:


«Η λογοκρισία μπορεί να μας επιβληθεί μόνο με βίαιο τρόπο. Γιατί, η δικαιοσύνη δεν θα μας λογοκρίνει, η δικαιοσύνη μπορεί να μας καταδικάσει για ένα σκίτσο ή ένα σκοπό, αν παραβιάζει τον νόμο. Αυτό σημαίνει πως στη Γαλλία έχουμε το δικαίωμα να ασκούμε κριτική στις θρησκείες, όπως ασκούμε κριτική στις φιλοσοφίες, όπως κριτικάρουμε τις ροές της σκέψης. Στη Γαλλία, μπορούμε να κριτικάρουμε εξίσου τον Μωάμεθ όπως τον Μαρξ ή και εγώ δεν ξέρω ποιον άλλο στοχαστή».


Ο Κούλογλου θα τον ρωτήσει: «Είχατε κατηγορηθεί ότι βάζετε σε κίνδυνο τις ζωές των Γάλλων, είτε εδώ στη Γαλλία είτε στο εξωτερικό. Πώς απαντάτε σ’ αυτό;» κι ο Σαρμπονιέ θα απαντήσει: «Θα ήθελα πολύ να κάνω πλάκα, γιατί αυτό είναι χονδροειδές. Δηλαδή, μια γαλλική σατιρική εφημερίδα, μια μικρή γαλλική σατιρική εφημερίδα, θα έφτανε με μερικά σκίτσα να εκνευρίσει την Αλ-Κάιντα, για παράδειγμα, ή τους ισλαμιστές τρομοκράτες πολύ περισσότερο απ’ ό,τι αυτή καθαυτή η πολιτική της Γαλλίας στο Μάλι ή απ’ ό,τι η πολιτική των ΗΠΑ στον υπόλοιπο κόσμο κλπ».

Λίγο πριν ακουστούν οι πρώτοι πυροβολισμοί στην οδό Νικολά Απέρ στο δημοκρατικό Παρίσι, είχαν πρώτα ακουστεί οι κραυγές-ιδέες:  «Ο θεός είναι μεγάλος», «Ο θεός είναι μεγάλος». Σε πόσους θεούς θα χρεώσουμε ακόμα τις απάνθρωπες πράξεις του είδους μας;

Εκτός απ’ αυτούς που βρήκαν λόγο πολιτικό να εκμεταλλευτούν την χθεσινή κατάσταση, στους δρόμους της Ευρώπης ο κόσμος βγήκε χθες και σήμερα έξω για να δείξει πως εναντιώνεται στην απανθρωπιά που παρακολούθησε να διαδραματίζεται σαν κινηματογραφική ταινία μπροστά στα μάτια του. Πως δεν θέλει τον Τύπο να ‘ναι φιμωμένος ή να χειραγωγεί, εξυπηρετώντας όλα αυτά που δεν είναι προς το συμφέρον του. Πώς τον θέλει ελεύθερο. Πως θέλει να είναι κι ο ίδιος ελεύθερος. Γι’ αυτό βγήκε η Ευρώπη στον δρόμο. Για να δηλώσει πως δεν φοβάται.

Κι εμείς, που δηλώνουμε απ’ το πρωί ως το βράδυ ευρωπαίοι, τι κάναμε; Μάλλον εμείς το φοβηθήκαμε. Όπως κάθε φορά. Γιατί πολύ απλά «Κάτι μουλλάες εσκοτώσαν τα καημένα τα πλάσματα, σε μια πόλη της Ευρώπης».

Ντρέπομαι… Charlie.

 


ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ