«Το ’80 ήμασταν μετρημένοι οι κάτοικοι της Φανερωμένης»

Φανερωμένη. Μια περιοχή που εγκαταλείφθηκε απ’ τους πλείστους κατοίκούς της μετά την εισβολή και που τα τελευταία χρόνια σφύζει και πάλι από ζωή. Εστιατόρια και μπαράκια ξεφυτρώνουν καθημερινά, μαγαζιά αναβιώνουν τους παλιούς καλούς καιρούς και κόσμος πηγαινοέρχεται στους γύρω δρόμους απ’ το πρωί μέχρι αργά το βράδυ. 

 


Ο κύριος Ματθαίος Γεωργίου είναι μάγειρας. Γεννήθηκε, μεγάλωσε και διαμένει στη Φανερωμένη, ενώ διατηρεί εστιατόριο απέναντι απ’ το Δημοτικό Σχολείο της περιοχής. Απ’ το μπαλκόνι του σπιτιού του βλέπει καθημερινά, εκτός απ’ την πολυκοσμία, το παλιό του εστιατόριο, που βρίσκεται στη νεκρή ζώνη.

Μες στην σημερινή βαβούρα της Φανερωμένης, ο κύριος Ματθαίος έχει κάτι διαφορετικό να διηγηθεί. Μια ιστορία βγαλμένη απ’ το σχετικά πρόσφατο παρελθόν. Τότε που στην περιοχή, ο κόσμος φοβόταν να σιμώσει.



Της Ιωάννας Χριστοδούλου

Φωτογραφίες Γιώργος Μιχαήλ / Αρχείο Ματθαίου Γεωργίου



Πού ήταν το παλιό σας εστιατόριο; 

Κατηφορίζοντας το ΟΧΙ, απ’ την Τρικούπη για να μπούμε στην Ερμού, συναντούμε το Σταυροπάζαρο. Έτσι αποκαλούσαμε την περιοχή τότε γιατί σχημάτιζε ένα τετράγωνο εκεί, στην οδό Χρυσοχόων, αυτή που οδηγούσε στην Αγιά Σοφιά. Εκεί μαζεύονταν κάθε Σάββατο, απ’ όλες τις περιοχές της Κύπρου, οι γυναίκες για να ψωνίσουν. Το εστιατόριό μου ήταν στην δεξιά πλευρά, το δεύτερο μαγαζί.


Ξέρεις τι σημαίνει να ξυπνάς κάθε πρωί και να κοιτάς την νεκρή ζώνη από ψηλά. Κάθε πρωί, κοιτάω απ’ το μπαλκόνι μου το εστιατόριό μου. Ένας εφιάλτης καθημερινός και μια ελπίδα, που στα 63 μου ομολογώ πως άρχισε να πεθαίνει… 




Φωτογραφία: tavernoxoxoros.gr

 

Πώς αποφασίσατε να γίνετε μάγειρας; 

Ήμουν 'αναγιωτός' στην Αρχιεπισκοπή από μωρό. Ήμασταν πολυμελής οικογένεια, έντεκα αδέλφια, γι’ αυτό με πήραν στην Αρχιεπισκοπή, να με μεγαλώσουν, να δουλέψω εκεί και ν’ ακολουθήσω τα γράμματα ή την μαγειρική. Εγώ ήθελα να μάθω γράμματα αλλά λόγω του ότι δούλευα παράλληλα, δεν είχα χρόνο για να πηγαίνω σχολείο. Έτσι, έγινα μάγειρας. Έφτιαχνα πρόγευμα σε πολύ κόσμο, μεταξύ άλλων και στους αστυνομικούς της Αρχιεπισκοπής. Αυτοί μου έλεγαν «Γιατί δεν ανοίγεις ένα εστιατόριο, να ερχόμαστε να τρώμε εκεί;» κι έτσι άρχισα να το καλοσκέφτομαι. Κοίταζα να βρω κάτι στην γύρω περιοχή όπου μεγάλωσα και εκείνο το διάστημα ήταν προς πώληση το εστιατόριο του Ανδρέα του Δευτερκώτη. Ήταν διώροφο και μεγάλο, αλλά ήθελε τέσσερις χιλιάδες λίρες τότε, μεγάλο ποσό για την εποχή. Θυμάμαι του είχα δώσει τις χίλιες και το υπόλοιπο σε δόσεις. Το μόνο που με είχε ρωτήσει ήταν «Καλά, εσύ μπορείς να κρατήσεις ένα μαγαζί;». Όχι μόνο το κράτησα αλλά είχα διπλασιάσει τότε και την δουλειά. Πήγαινε πολύ καλά, μέχρι και την ημέρα της εισβολής, όταν το εγκατέλειψα.

 

Θυμάστε να μας περιγράψετε εκείνη την μέρα; 

Καθαρότατα. Καταρχήν να σας πω πως επρόκειτο για μια περιοχή με πολλή κίνηση, είχε πάντα πολύ κόσμο μαζεμένο εκεί. Εγώ δούλευα απ’ τις τρεις το πρωί μέχρι τις δέκα το βράδυ. Μεταξύ άλλων είχα και πολλούς τουρκοκύπριους πελάτες και διατηρούσα φιλίες μαζί τους. Κι ο Χότζας της Αγιάς Σοφιάς ερχόταν και προγευμάτιζε στο εστιατόριό μου. Είχα φιλίες μ’ όλους τους γείτονες και καθημερινά -λόγω του ότι είχα μεγαλώσει και μες στην ιεροσύνη- θυμιάτιζα τόσο το εστιατόριό μου, όσο και την γειτονιά ολόκληρη. Εκείνο το πρωί, όταν είχα ήδη φτιάξει τις σούπες για το πρωινό, άρχισα όπως κάθε μέρα να θυμιατίζω. 

Θα επιστρέψω σ’ αυτή τη σκηνή όταν πρώτα αναφέρω πως ψιθυριζόταν έντονα πως μες σε εκείνες τις μέρες θα έρχονταν οι Τούρκοι. Δεν λέγαμε «Θα ‘ρθουν σήμερα ή αύριο» αλλά το συζητούσαμε και το περιμέναμε. Ξέραμε πως βρήκαν ελεύθερο πεδίο μετά το πραξικόπημα και πως καραδοκούσαν. 

Πίσω στο εστιατόριό μου λοιπόν, όπου θυμιάτιζα εκείνη την ώρα, άκουσα τους γείτονες να φωνάζουν πως ήρθαν οι Τούρκοι. Έσβησα αμέσως τις σόμπες του εστιατορίου και κρατώντας ακόμα το θυμιατήρι στα χέρια μου, έκανα να κλείσω την πόρτα πίσω μου. Κοντοστάθηκα, έσκυψα και άφησα το θυμιατήρι πίσω απ’ την πόρτα. Έκτοτε, στο μαγαζί μου ξαναμπήκα με… 'παράνομους', θα έλεγε κανείς, τρόπους. 

 

Όπως; 

Την μια φορά είχε έρθει στην περιοχή μας ο Μάριος Ματσάκης, με σκοπό να χαλάσει το φυλάκιο που είχαν φτιάξει οι Τούρκοι. Απομάκρυνε μάλιστα κάτι βαρέλια που είχαν τοποθετήσει εκεί. Τα Ηνωμένα Έθνη ήρθαν και τα έβαλαν πίσω κι ο Ματσάκης επέστρεψε για να τα ξαναβγάλει. Αυτό στάθηκε αφορμή για να ανοίξει ο δρόμος. Είχαν γίνει τότε διαπραγματεύσεις, στο πλαίσιο της επαναπροσέγγισης, για να ανοίξουν ορισμένα σημεία. Μες σε εκείνες τις ημέρες, όταν μετακινούσαν τα βαρέλια, πλησίασα στην περιοχή και βρήκα κάτι Τούρκους εκεί, μαζί με άντρες των Ηνωμένων Εθνών. Τους ρώτησα αν γινόταν να περάσω και να πάω να δω το μαγαζί μου.


Τους ρωτούσα «Μπορείτε να ρίξετε όλο το τείχος κάτω; Αν όχι, τρύπες για να περνάει ο κόσμος, εγώ ένας αγράμματος κάτοικος της περιοχής, δεν θέλω». Έτσι το καταλαβαίνω εγώ κι αν έχω άδικο ας με καταδικάσουν. Αυτό δεν ήταν λύση. Ήταν τρύπες. Να πρέπει να μου υπογράψει Τούρκος για να πάω στον τόπο μου;




Δέχτηκαν; 

Ο επικεφαλής των Τούρκων ήταν κάθετος και μου είπε ότι απαγορεύεται να περάσω μες στη νεκρή ζώνη. Τότε, ένας άλλος, μου έγνεψε και μου είπε «Αυτός είναι ο αξιωματικός μας. Μόλις φύγει θα σε αφήσω εγώ να πας να δεις το μαγαζί σου». Αυτός ήταν τουρκοκύπριος, ο άλλος, ο αξιωματικός, ήταν απ’ αυτούς τους κουβαλητούς, τους μεχμετζίκ που λέμε. Του λέω «Εντάξει, κοπιάστε το μεσημέρι στο εστιατόριό μου να σας ταΐσω κι εγώ θα πάω στην άλλη πλευρά, να δω το εστιατόριό μου». Όντως, κατέβηκαν στις δώδεκα το μεσημέρι για φαγητό, οκτώ άντρες στο σύνολο. Τους σέρβιρα και τους ρώτησα αν διατρέχω κάποιο κίνδυνο αν περάσω απ’ εκεί. Μου είπαν ότι οι Τούρκοι τέτοια ώρα δεν κυκλοφορούσαν στην νεκρή ζώνη κι έτσι πήγα. Ήξερα ότι το μαγαζί μου το είχαν χρησιμοποιήσει στο παρελθόν ως φυλάκιο και φοβόμουνα το ενδεχόμενο να ήταν ναρκοθετημένο. Θυμάμαι πως μπήκα μέσα δειλά-δειλά.


Μπήκα στο μαγαζί μου. Ήταν ερειπωμένο, δεν είχε μείνει τίποτα στη θέση του, ακόμα και την κτιστή μου σόμπα την είχαν καταστρέψει. Μόνο οι κατσαρόλες με το φαΐ που μαγείρεψα εκείνη τη μέρα ήταν στην θέση τους με το περιεχόμενο να μοιάζει με πέτρα.


Μετά από πόσα χρόνια ξαναπερνούσατε την πόρτα του;

Μετά από τριάντα ένα ολόκληρα χρόνια. Έτυχε να περάσω ξανά από μπροστά ή να βγω στην οροφή του, θα σας εξηγήσω πως, αλλά μέσα δεν είχα ξαναμπεί απ’ την ημέρα της εισβολής. Μπήκα λοιπόν. Ήταν ερειπωμένο, δεν είχε μείνει τίποτα στη θέση του, ακόμα και την κτιστή μου σόμπα την είχαν καταστρέψει. Μόνο οι κατσαρόλες με το φαί που μαγείρεψα εκείνη τη μέρα ήταν στην θέση τους με το περιεχόμενο να μοιάζει με πέτρα. Οτιδήποτε άλλο, τρόφιμα, κουζινικά, εργαλεία, τα είχαν λεηλατήσει.

 

Τι σκεφτήκατε εκείνη την στιγμή; 


Το μυαλό μου, με το που μπήκα μέσα, ταξίδεψε στην τελευταία μέρα που έφευγα από εκεί. Αφού είδα την κατάσταση που επικρατούσε, θυμήθηκα το θυμιατήρι μου. Γύρισα πίσω απ’ την πόρτα και το είδα εκεί. Όπως το είχα αφήσει. Ήταν το μόνο πράγμα που πήρα και στράφηκα πίσω.

 


Είπα στον Μουφτή πως αυτό το κτίσμα, η εκκλησία του Τιμίου Σταυρού του Μισιρίκου, είναι δικό μας και όχι δικό τους. Η απάντησή του ήταν «Είναι και δικό μας και δικό σας». Το ευχαριστήθηκα. Δεν περίμενα τέτοια απάντηση.


Είπατε πως είχατε ξαναπεράσει απ’ το χώρο του μαγαζιού; 

Ναι, απ’ έξω. Ο τότε δήμαρχος Λέλλος Δημητριάδης, με πήρε όταν άνοιγαν το αποχετευτικό. Ήξερε τον καημό που είχα να ξαναδώ το εστιατόριο μου και μου είπε «Θα σε περάσω εγώ να το δεις. Θα φορέσεις ρούχα όπως τους εργάτες και θα κοντοσταθείς να το δεις. Δεν θα μπεις μέσα». Έτσι κι έγινε. Είχα περάσει ξυστά από μπροστά, μαζί με τους εργάτες. Την προηγούμενη φορά που βρέθηκα εκεί ήταν μετά την εισβολή, πάνω στην… ταράτσα του μαγαζιού.

 



 

Πώς έγινε αυτό;

Να σας περιγράψω το γεγονός απ’ την αρχή. Είχε ήδη ξεσπάσει ο πόλεμος, κατατάχτηκα στο στρατό και με πήραν στο Μπάτα και να κάνουμε διμοιρία και να πιάσουμε πόστα. Γινόταν η δεύτερη εισβολή και δήθεν θα έφερναν βοήθεια από την Ελλάδα και τα αεροπλάνα θα προσγειώνονταν στο αεροδρόμιο Λευκωσίας. Έβαλαν την ομάδα μας σε αυτοκίνητα και μας πήραν, άοπλους στην ουσία, με κάτι φλομπέρ, στο αεροδρόμιο.



Τι θα κάνετε στο αεροδρόμιο;

Απ’ τους βομβαρδισμούς των Τούρκων το αεροδρόμιο είχε γεμίσει τρύπες και μας έπαιρναν εκεί για να τις κλείσουμε έτσι ώστε να μπορέσουν να προσγειωθούν τα ελληνικά αεροπλάνα. Τα αεροπλάνα αυτά δεν προσγειώθηκαν ποτέ. Ήταν αυτά που είχαν ρίξει οι δικοί μας, λίγα μέτρα πιο κάτω, γιατί νόμισαν ότι ήταν τούρκικα. Σκοτώθηκαν αθώοι άνθρωποι εκείνη την μέρα. Ήταν δύο αεροπλάνα αν θυμάμαι καλά.


Τους ρωτούσα «Μπορείτε να ρίξετε όλο το τείχος κάτω; Αν όχι, τρύπες για να περνάει ο κόσμος, εγώ ένας αγράμματος κάτοικος της περιοχής, δεν θέλω». Έτσι το καταλαβαίνω εγώ κι αν έχω άδικο ας με καταδικάσουν. Αυτό δεν ήταν λύση. Ήταν τρύπες. Να πρέπει να μου υπογράψει Τούρκος για να πάω στον τόπο μου;


Μετά; 

Μας έδωσαν οδηγίες να επιστρέψουμε στο Μπάτα. Κάποιοι πεζοί, κάποιοι πάνω στο φορτηγό. Εγώ είχα φτάσει πεζός κοντά στις αποθήκες του Κώστα Θεοδώρου. Εκεί βρήκα ένα φίλο μου αξιωματικό, μου είπε πως είχε αυτοκίνητο και με πήρε στον προορισμό μου. Υπήρχε μεγάλη ανάγκη για όπλα και αμέσως σκέφτηκα να δώσω τα… επιπλέον δικά μου. Κατά την διάρκεια του πραξικοπήματος είχα πάει στην Αρχιεπισκοπή και βρήκα εκεί τον θείο μου, τον μάγειρα του Αρχιεπισκόπου. Φεύγοντας από ‘κει είχα πάρει μαζί μου δύο καλάσνικοφ και τα πήγα στο σπίτι μου. Κάποια στιγμή είχε γίνει εκεχειρία, ήταν Τρίτη ή Τετάρτη δεν θυμάμαι, κι άφησαν τον κόσμο να βγει έξω, να πάει να ψωνίσει. Εγώ, που είχα εκείνα τα όπλα κάτω απ’ το κρεβάτι μου φοβήθηκα. Μας κτυπούσαν συνεχώς την πόρτα τότε, απ’ την Ε.Ο.Κ.Α. Β και μας ρωτούσαν πληροφορίες για τον Αρχιεπίσκοπο. Ο θείος μου με συμβούλεψε να απομακρύνω τα όπλα απ’ το σπίτι, οπότε η ημέρα της εκεχειρίας ήταν η ιδανική για να το κάνω αυτό και να μην μπω σε μπελάδες. 



Και τι κάνατε; 

Εκείνη λοιπόν την εβδομάδα, μεταξύ πραξικοπήματος και εισβολής, είχα βάλει τα όπλα μέσα σε μια διάφανη σακούλα, μαζί με άπλυτα ρούχα μου. Το σπίτι μου είναι δίπλα στη Φανερωμένη και τα κατέβασα προσεκτικά στην αυλή της εκκλησίας, μέσα στα χόρτα. Έπρεπε να τα φυγαδεύσω και θυμήθηκα πως μας είχαν πει στο στρατό πως αυτά άντεχαν μέσα στο νερό. Ο πρώτος τόπος που σκέφτηκα -και ο πιο κοντινός για να τα κρύψω- ήταν το ντεπόζιτο του παλιού μου εστιατορίου. Εκεί πήγα και τα έβαλα. Αυτά τα όπλα, όταν έγινε ο πόλεμος, τα μαρτύρησα στον ανθυπολοχαγό μου όταν τα χρειαστήκαμε. Ήταν Νίκος θυμάμαι το όνομά του και μου είπε πως την ίδια κιόλας μέρα έπρεπε να πάμε να τα πάρουμε πίσω. Του είχα πει πως δεν μπορούσαμε να πάμε γιατί οι Τούρκοι είχαν φτάσει μέχρι την Ερμού, αλλά μου είπε πως θα τα καταφέρναμε και τότε σκέφτηκα πως μπορούσαμε να μπούμε από τον πλάγιο δρόμο. 



Δεν σκεφτήκατε ότι μπορεί να σας εντόπιζαν; 

Στα 25 δεν σκέφτεσαι αυτά τα πράγματα. Άγνοια κινδύνου. Χρειαζόμασταν τα όπλα και έπρεπε να πάμε. Βρεθήκαμε στον πλάγιο δρόμο λοιπόν, ο Νίκος μού κρατούσε μια σκάλα και εγώ ανέβηκα στην ταράτσα. Κοίταξα απέναντι, την παλιά αγορά της Λευκωσίας, την οποία είχαν κάνει οι Τούρκοι στρατόπεδο και τους είδα να στέκονται γραμμή εκεί. Έρποντας πήρα τα όπλα. Κατεβαίνοντας με είχε λούσει κρύος ιδρώτας γιατί τότε αντιλήφθηκα τον κίνδυνο. Μας χώριζαν μόλις είκοσι μέτρα. Όπως και να ‘χει, τα δύο εκείνα όπλα τα πήραν οι ομάδες του Πανταζή, που είχαν βγει ψηλά στον Πενταδάκτυλο.


Ψιθυριζόταν έντονα πως μες σε εκείνες τις μέρες θα έρχονταν οι Τούρκοι. 




 

Εσείς στο μεταξύ ζούσατε στην περιοχή, στη Φανερωμένη… 

Ναι, δεν είχα που αλλού να πάω, εκεί ήταν το σπίτι μου. Παρόλο που όλα μου τα πράγματα και τα ρούχα ήταν στο εστιατόριο, όπου περνούσα όλη μου την μέρα, εκεί στην Φανερωμένη είχα κρεβάτι για να κοιμηθώ. Που να πήγαινα; Το μόνο που μου είχε απομείνει ήταν η στρατιωτική μου στολή κι αυτή χωρούσε δύο σαν εμένα μέσα. Έκανα ακόμα τρία χρόνια στρατό. Μας έπαιρναν απ’ τη μια έδρα στην άλλη και περιμέναμε ότι θα γίνει κάτι, ότι θα παίρναμε τα μέρη μας πίσω και θα λευτερωνόμασταν. Όταν μας είχαν απολύσει και μας έδωσαν το πράσινο φως για να βγούμε να δουλέψουμε, δεν είχα στον ήλιο μοίρα. Στην περιοχή εδώ δραστηριοποιήθηκα μετά από πέντε χρόνια, ανοίγοντας το εστιατόριο που διατηρώ μέχρι σήμερα. 


Έχουν περάσει 42 χρόνια… Σήμερα, όχι, δεν ελπίζω σε καμιά συμφωνία, δεν ελπίζω σε τίποτα. Μόνο σ’ ένα θαύμα πιστεύω. 


Όταν απολυθήκατε τι κάνατε; 

Βρέθηκα ξανά στα παλιά μου λημέρια, δεν ήξερα που αλλού να πάω, έτσι πήγα πίσω στην Αρχιεπισκοπή. Τότε, ο Γιώργος Παρασκευαϊδης, μάζευε κόσμο που κατέφευγε στην Αρχιεπισκοπή και ζητούσε δουλειά και τον έστελνε στις αραβικές χώρες. Ήταν μια μέρα εκεί με τον Αρχιεπίσκοπο και μου ζήτησε να του πάρω καφέ. Σερβίροντάς τον, του είπα πως ήθελα να με πάρει κι εμένα να δουλέψω. Με ρώτησε «Και τι δουλειά ξέρεις να κάνεις εσύ;» και του απάντησα «Μάγειρας». Με έστειλε στο γραφείο του για να με τακτοποιήσουν. Χωρίς διαβατήριο, με τις μπότες του στρατού ακόμα, βρέθηκα μέσα σε ένα λεωφορείο να οδεύω προς το αεροδρόμιο Λάρνακας. Κάναμε στάση στη Βηρυτό, στο Ντουμπάι και έπειτα στην Μουσκάτ. Μαγείρευα για διακόσια άτομα την ημέρα κι έκανα δυο χρόνια να επιστρέψω στην Κύπρο. Σκοπός μου ήταν να μαζέψω χρήματα, για να ξαναφτιάξω ένα καινούριο εστιατόριο. Στα δύο χρόνια, όταν είχα άδεια, ήρθα για μια βδομάδα να δω τους γονείς και τα αδέλφια μου. Μου έδωσαν και διαβατήριο τότε. Πήγα για ακόμη δύο χρόνια κι έπειτα επέστρεψα και με την βοήθεια του Θεού άνοιξα το μαγαζί που έχω σήμερα. 

 

Πώς ήταν η κατάσταση μετά την εισβολή στην περιοχή της Φανερωμένης; 

Μετά την εισβολή και για πολλά χρόνια ακόμη ήταν ένας Γολγοθάς η όλη κατάσταση. Περίμενα πως κάτι θα γινόταν, πως θα επέστρεφα στο χώρο μου. Το ίδιο κι όλοι οι πρόσφυγες. Απ’ την περιοχή της Φανερωμένης, είχε φύγει ο περισσότερος κόσμος. Όλοι φοβόντουσαν. Ήμασταν μετρημένοι αυτοί που μείναμε πίσω. Τα πρώτα χρόνια ήταν όντως δύσκολα. Στο σπίτι μου, απ’ το ένα μπαλκόνι βλέπω την εκκλησιά της Φανερωμένης και απ’ το άλλο την εκκλησιά της Αγιάς Σοφιάς. Όταν ανοίγαμε το μπαλκόνι να βγούμε απ’ τη μεριά της Αγιάς Σοφιάς μας έβριζαν και μας αποδοκίμαζαν. Απ’ το παράθυρό μου βλέπω και την παλιά βιβλιοθήκη της Φανερωμένης, στην οποία μέχρι σήμερα στην ταράτσα μπορεί να δει κανείς το μεγάλο σήμα όπου κατέβαιναν τα ελικόπτερα των Ηνωμένων Εθνών. 

Τα πρώτα χρόνια υπήρχε ένταση και παροδικοί πυροβολισμοί. Οι Τούρκοι είχαν σκοτώσει και κάποιους που τόλμησαν να μπουν 'λαθραία' μέσα στην Ερμού. Ξέρεις πόσες φορές το σκεφτόμουν; Να ξαναμπώ, να δω το μαγαζί μου. Ξεκινούσα, έφτανα ως το παλιό μαγαζί του Τσαούση και επέστρεφα στο σπίτι μου. Η περιοχή είχε ερημώσει για ένα διάστημα. Περάσαμε πολύ δύσκολες εποχές.

 

Εσείς γιατί δεν φύγατε; 

Σ’ αυτή την περιοχή μεγάλωσα, πού να πάω; Ξέρεις, όταν ολοκληρώθηκε η θητεία μου ως εθνοφύλακας είχα ζητήσει απ’ τον αξιωματικό μου να με αφήσει να κρατήσω το όπλο μου. Με ρώτησε «Γιατί;». Του εξήγησα πως μένω στην τάδε περιοχή, αυτός είναι ο τόπος που αναγιώθηκα κι εκεί ήθελα να μείνω. Το όπλο το χρειαζόμουν σε περίπτωση που έπρεπε να αμυνθώ, να υπερασπιστώ τον εαυτό μου και τους συνανθρώπούς μου. Με άφησε. Δεν ήμουν νυμφευμένος τότε. Μετά, όταν έκανα οικογένεια, αποφάσισα να παραδώσω αυτό το όπλο, όταν ο γιος μου έφερε στο σπίτι το δικό του όπλο. Ξέρεις τι σημαίνει να ξυπνάς κάθε πρωί και να κοιτάς την νεκρή ζώνη από ψηλά. Κάθε πρωί, κοιτάω απ’ το μπαλκόνι μου το εστιατόριό μου. Ένας εφιάλτης καθημερινός και μια ελπίδα, που στα 63 μου ομολογώ πως άρχισε να πεθαίνει… 

 

Να πεθαίνει κύριε Ματθαίο; 

Ναι. Έχουν περάσει σαράντα δύο ολόκληρα χρόνια. Δεν υπήρξε λύση. Γεμίζουν τα μάτια μου και δεν ντρέπομαι που το λέω. Όταν με είχαν ενημερώσει πως σκέφτονταν να ανοίξουν κάποια οδοφράγματα, ήμουν ο μόνος που είχε πει όχι. Και ήμουν κάθετος πάνω σ’ αυτό. Τους ρωτούσα «Μπορείτε να ρίξετε όλο το τείχος κάτω; Αν όχι, τρύπες για να περνάει ο κόσμος, εγώ ένας αγράμματος κάτοικος της περιοχής, δεν θέλω». Έτσι το καταλαβαίνω εγώ κι αν έχω άδικο ας με καταδικάσουν. Αυτό δεν ήταν λύση. Ήταν τρύπες. Να πρέπει να μου υπογράψει Τούρκος για να πάω στον τόπο μου; 

Εκτός του εστιατορίου, έχετε επισκεφτεί τα κατεχόμενα; 

Δυο φορές. Την μια ήθελα να πάω στον Απόστολο Ανδρέα να προσκυνήσω και πήγα λαθραία, χωρίς διαβατήριο και χωρίς ταυτότητα, με τη βοήθεια ενός γνωστού μου. Είχα ξαναπάει, μόλις άνοιξαν τα οδοφράγματα. Ήθελα να πάω στην Κερύνεια, να δω τους τόπους όπου ήμουν στρατιώτης. Περνούσαν οι δημοσιογράφοι του ΡΙΚ να πάνε για ρεπορτάζ και ανακατεύτηκα μαζί τους και μπήκα στο λεωφορείο. Ερχόμενος πίσω, ήξερα ότι ήθελαν να τους δείξω ένα χαρτάκι. Μάζεψα κι εγώ ένα από κάτω, απ’ αυτά που τα πετούσαν άλλοι στον δρόμο και τους το έδειξα. Δεν κατάλαβαν τίποτα.


Έκανα ακόμα τρία χρόνια στρατό. Μας έπαιρναν απ’ τη μια έδρα στην άλλη και περιμέναμε ότι θα γίνει κάτι, ότι θα παίρναμε τα μέρη μας πίσω και θα λευτερωνόμασταν.


Στην επαναπροσέγγιση πιστεύετε; 

Σαν ιδέα μ’ άρεσε αρχικά. Τότε μάλιστα, όταν άρχιζαν οι πρώτες ενέργειες, είχαν έρθει πολλοί δημοσιογράφοι στην περιοχή και μας ρωτούσαν αν θα ξαναπηγαίναμε πίσω στις δουλειές μας ή στα σπίτια μας σε περίπτωση λύσης κι αν θα μπορούσαμε να συμβιώσουμε με τους τουρκοκύπριους και πάλι. Απαντούσα από τότε πως «Ναι, θα μπορούσα». Νομίζω ότι πέρασαν αρκετά χρόνια που είναι ανοικτές οι… τρύπες που άνοιξαν και πλέον ο κόσμος το εμπέδωσε αν μπορεί να ζήσει μαζί ή όχι. Ας τα ρίξουν όλα κάτω λοιπόν να τελειώνουμε ή ας κλείσουν αυτές τις τρύπες. 

 

Ξέρεις, πριν από δυο χρόνια, ήρθαν απ’ το Τμήμα Αρχαιοτήτων και μου πήραν το κλειδί της εκκλησιάς του Μισιρίκου, εδώ μπροστά στο εστιατόριό μου. Το κρατούσα για 37 χρόνια αυτό το κλειδί, άνοιγα στον κόσμο και του έλεγα την ιστορία για τον Σταυρό του Μισιρίκου, μια δική μας εκκλησία που οι Τούρκοι είχαν μετατρέψει το 1954 σε τζαμί. Μου πήραν το κλειδί γιατί μου είπαν πως θα έρχονταν κάποιοι Τουρκοκύπριοι να την δουν. Είχαν βάλει κι ένα χαλί στο πάτωμα για να προετοιμάσουν τον χώρο για προσευχή. Εν τέλει ο καλεσμένος ήταν ο Μουφτής, που ήθελε να δει αν κρατάμε την εκκλησιά σε καλή κατάσταση. Τον είχα πλησιάσει όταν βγήκε απ’ την εκκλησιά, για να του κάνω χειραψία. Και ο δικός μας υπεύθυνος και ο δικός τους, έκαναν να με σπρώξουν. Του είπα «Θέλω να σε κεράσω κυπριακό καφέ». Δέχτηκε. Ήρθε στο μαγαζί μου μαζί με τους μεταφραστές και τους συνοδούς του και τους κέρασα όλους. Τότε βρήκα την ευκαιρία να του πω πως αυτό το κτίσμα, η εκκλησία του Τιμίου Σταυρού του Μισιρίκου, είναι δικό μας και όχι δικό τους. Η απάντησή του ήταν «Είναι και δικό μας και δικό σας». Το ευχαριστήθηκα. Δεν περίμενα τέτοια απάντηση.

 

Έχετε τουρκοκύπριους πελάτες εδώ στο μαγαζί; 

Βεβαίως. Και πάντα ρωτάω από πού είναι. Όταν μου λένε απ’ την Κερύνεια, το Καζάφανι, από τόπους όπου ήμασταν κάποτε όλοι μαζί, τους κερνώ. Τους «κουβαλητούς» δεν τους θέλω να τους δω ούτε ζωγραφιστούς.

 

Σήμερα, ελπίζετε στην λύση;

Είχα μια γιαγιά μικρασιάτισσα… Έχω διαβάσει κι έχω ακούσει πολλές ιστορίες… Έχουν περάσει 42 χρόνια… Σήμερα, όχι, δεν ελπίζω σε καμιά συμφωνία, δεν ελπίζω σε τίποτα. Μόνο σ’ ένα θαύμα πιστεύω. 

 

Έργο της Νίκης Μαραγκού 


Σχετικα

15 (αδιάκριτες) ερωτήσεις σε 3 παρουσιαστές που… λαλούν

Ο Βαγγέλης ζει με τα ζώα του, στο μικρό σπίτι στα Λειβάδια

Οι φωτογραφίες με τις κοτσίδες στο Καραϊσκάκειο είναι τουλάχιστον συγκλονιστικές

Μιλήσαμε με τον Κύπρο, τον άνθρωπο που στήνει τα αιματοβαμμένα σκηνικά σφαγής ζώων στη Λήδρας

Η Eleni Era μάς απαντά σε 9 «πώς» και ένα «πού»

Οι μαθητές που διακρίθηκαν στο 1ο Φεστιβάλ Επιστήμης μιλούν στη CITY